Γράφει ο Μάκης Γεωργιάδης
Για σχεδόν δύο δεκαετίες ο κόσμος συνήθισε σε μια οικονομική συνθήκη που σήμερα μοιάζει όλο και περισσότερο με εξαίρεση: πολύ φθηνό χρήμα.
Τα επιτόκια ήταν χαμηλά, το κόστος δανεισμού περιορισμένο και οι κυβερνήσεις μπορούσαν να χρηματοδοτούν μεγάλα ελλείμματα χωρίς οι αγορές να αντιδρούν ιδιαίτερα.
Οι επιχειρήσεις μπορούσαν να δανείζονται φθηνά για επενδύσεις και οι επενδυτές αναζητούσαν αποδόσεις αναλαμβάνοντας όλο και μεγαλύτερο ρίσκο.
Αυτή η εποχή φαίνεται να τελειώνει.
Το σήμα έρχεται πλέον όχι μόνο από τις κεντρικές τράπεζες αλλά από τις ίδιες τις αγορές ομολόγων.
Οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά στις μεγάλες οικονομίες, δημιουργώντας έναν νέο και πολύ ακριβότερο χρηματοδοτικό κόσμο.
Στις ΗΠΑ η απόδοση του 30ετούς έφτασε το 5,3%, στη Βρετανία το 10ετές κινείται κοντά στο 5,8%, ενώ αντίστοιχες πιέσεις καταγράφονται στην Ιαπωνία, τη Γαλλία και τη Γερμανία.
Το σημαντικό είναι να καταλάβουμε το γιατί.
Δεν πρόκειται απλώς για έναν νέο κύκλο αυξήσεων των επιτοκίων.
Οι επενδυτές αρχίζουν να ζητούν μεγαλύτερη απόδοση για να δανείσουν τα κράτη, την ώρα που οι κυβερνήσεις χρειάζονται τεράστια ποσά για άμυνα, ενέργεια, υποδομές και κοινωνικές δαπάνες.
Ταυτόχρονα, οι μεγάλες επιχειρήσεις πραγματοποιούν επενδύσεις πρωτοφανούς κλίμακας, ενώ η γήρανση των κοινωνιών αυξάνει τις ανάγκες για συντάξεις και υγεία.
Με άλλα λόγια, ο κόσμος χρειάζεται περισσότερο κεφάλαιο ακριβώς τη στιγμή που το κεφάλαιο γίνεται ακριβότερο.
Αυτό δημιουργεί έναν νέο οικονομικό περιορισμό.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Για χρόνια η συζήτηση μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από το πόσο θα ξοδέψει μια κυβέρνηση.
Τώρα πρέπει να προστεθεί ένα δεύτερο ερώτημα: Πόσο θα κοστίσει να δανειστεί για να χρηματοδοτήσει αυτές τις δαπάνες;
Η διαφορά είναι τεράστια.
Όταν το χρήμα είναι φθηνό, ένα μεγάλο χρέος μπορεί να παραμένει διαχειρίσιμο.
Όταν το χρήμα ακριβαίνει, το ίδιο χρέος μπορεί να αρχίσει να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων.
Και αυτό επαναφέρει στο κέντρο της πολιτικής τη δημοσιονομική αξιοπιστία.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι αγορές αντιδρούν πλέον πολύ πιο έντονα στο ύψος των κρατικών δαπανών, στις προοπτικές των ελλειμμάτων και στη βιωσιμότητα του χρέους.
Το ακριβότερο χρήμα λειτουργεί ως ένα είδος οικονομικής πειθαρχίας: αναγκάζει τις κυβερνήσεις να ξεχωρίζουν περισσότερο τις παραγωγικές επενδύσεις από τις δαπάνες που απλώς μεταθέτουν το κόστος στο μέλλον.
Αυτό έρχεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή.
Οι δυτικές οικονομίες χρειάζονται τεράστιες επενδύσεις σε ενέργεια, δίκτυα, άμυνα, υποδομές και τεχνολογία.
Παράλληλα, η δημογραφική γήρανση αυξάνει τις υποχρεώσεις των κρατών.
Το παράδοξο είναι προφανές: Ακριβώς όταν οι οικονομίες χρειάζονται περισσότερο κεφάλαιο, πρέπει να μάθουν να το χρησιμοποιούν πολύ πιο αποτελεσματικά.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αλλαγή που φέρνει η νέα εποχή.
Η περίοδος του σχεδόν δωρεάν χρήματος επέτρεψε σε αρκετές οικονομίες να αναβάλουν δύσκολες αποφάσεις.
Το υψηλότερο κόστος δανεισμού κάνει αυτή την πολυτέλεια πολύ ακριβότερη.
Και η Ελλάδα έχει έναν ιδιαίτερο λόγο να το γνωρίζει.
Η χώρα δεν βρίσκεται πλέον στην κατάσταση της προηγούμενης δεκαετίας.
Έχει βελτιώσει σημαντικά τη δημοσιονομική της θέση, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και έχει μειώσει σταθερά το βάρος του χρέους της σε σχέση με την οικονομία.
Όμως η πιο ενδιαφέρουσα ελληνική απάντηση στη νέα διεθνή πραγματικότητα βρίσκεται αλλού: στην επιλογή να αποπληρώνει πρόωρα τμήματα του δημόσιου χρέους της.
Μόνο μέσα στο 2026 η Ελλάδα σχεδιάζει να αποπληρώσει πρόωρα περίπου 13 δισ. ευρώ, μετά την πρόωρη εξόφληση 6,94 δισ. ευρώ από το διμερές δάνειο των 52,3 δισ. ευρώ με την Ευρωζώνη τον περασμένο Ιούνιο.
Από το 2019 έως το 2025 είχαν ήδη πραγματοποιηθεί πρόωρες αποπληρωμές περίπου 36 δισ. ευρώ.
Η κίνηση έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια απλή λογιστική μείωση του χρέους.
Με βάση τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, για κάθε 1 δισ. ευρώ πρόωρης αποπληρωμής το ελληνικό Δημόσιο εξοικονομεί περίπου 30 εκατ. ευρώ με το σημερινό κόστος δανεισμού.
Για τα 13 δισ. ευρώ η εξοικονόμηση υπολογίζεται σε περίπου 360 εκατ. ευρώ και σε ορίζοντα επταετίας ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ.
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Η πρόωρη αποπληρωμή μειώνει τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας και περιορίζει την έκθεσή της στις αγορές.
Όσο μικρότερες είναι οι ανάγκες αναχρηματοδότησης, τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος μια νέα διεθνής αναταραχή ή μια περαιτέρω άνοδος των επιτοκίων να μετατραπεί σε μεγάλο δημοσιονομικό κόστος.
Η Ελλάδα, ουσιαστικά, χρησιμοποιεί τη σημερινή δημοσιονομική της δυνατότητα για να «αγοράσει» μεγαλύτερη ασφάλεια για τα επόμενα χρόνια.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε έναν κόσμο, στον οποίο το φθηνό χρήμα δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο.
Η στρατηγική έχει και μια δεύτερη διάσταση: αξιοπιστία.
Η σταδιακή μείωση των χρηματοδοτικών αναγκών και η πρόωρη εξόφληση δανείων στέλνουν στις αγορές το μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν περιμένει να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες όταν αυτές εμφανιστούν.
Προσπαθεί να τις περιορίσει από πριν.
Το σχέδιο προβλέπει μάλιστα την πλήρη εξόφληση του συγκεκριμένου δανείου έως το 2031, αντί του αρχικού ορίζοντα του 2041.
Αυτή είναι μια ουσιαστική αλλαγή σε σχέση με την Ελλάδα της προηγούμενης κρίσης.
Τότε το χρέος περιόριζε τις επιλογές της χώρας.
Σήμερα η μείωσή του μπορεί σταδιακά να δημιουργήσει επιλογές.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει λύσει το πρόβλημα του χρέους.
Ούτε ότι μπορεί να αγνοήσει τη διεθνή άνοδο του κόστους χρήματος.
Σημαίνει όμως ότι μπαίνει στη νέα περίοδο με πολύ ισχυρότερη άμυνα.
Και αυτή η άμυνα θα χρειαστεί.
Γιατί η άνοδος των επιτοκίων δεν αφορά μόνο στις κυβερνήσεις.
Αφορά στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Ακριβότερα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια μπορούν να περιορίσουν την κατανάλωση, τις επενδύσεις και τελικά την ανάπτυξη.
Οι υψηλότερες αποδόσεις μπορούν να περιορίσουν τις επενδύσεις και τις προσλήψεις των επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν το κόστος δανεισμού για τα νοικοκυριά.
Υπάρχει όμως και ένας βαθύτερος κίνδυνος.
Το ακριβό χρήμα μπορεί να αποκαλύψει αδυναμίες που το φθηνό χρήμα έκρυβε.
Επιχειρήσεις με υπερβολικό δανεισμό, κυβερνήσεις με ανεξέλεγκτα ελλείμματα και επενδύσεις που στηρίζονταν περισσότερο στην άφθονη ρευστότητα παρά στην πραγματική τους απόδοση θα δοκιμαστούν περισσότερο.
Αυτό μπορεί να είναι επώδυνο, αλλά έχει και μια θετική πλευρά.
Η οικονομία αναγκάζεται να επιστρέψει σε μια παλιά αλλά υγιή αρχή: το κεφάλαιο πρέπει να κατευθύνεται εκεί όπου μπορεί να δημιουργήσει πραγματική αξία.
Γι' αυτό το ζητούμενο δεν είναι να φοβηθούμε τα υψηλότερα επιτόκια.
Είναι να προσαρμοστούμε σε αυτά.
Η εποχή που τελείωσε ήταν εξαιρετικά χρήσιμη για όσους μπορούσαν να δανείζονται φθηνά.
Η εποχή που έρχεται θα επιβραβεύει περισσότερο την παραγωγικότητα, την αποδοτικότητα, την αποταμίευση και κυρίως τις επενδύσεις που αυξάνουν πραγματικά την οικονομική ανάπτυξη.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει τρία πράγματα: δημοσιονομική πειθαρχία, ενεργή διαχείριση του χρέους και επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα.
Η πρόωρη αποπληρωμή χρέους είναι ένα κομμάτι αυτής της στρατηγικής.
Δεν αποτελεί αυτοσκοπό.
Αποκτά αξία επειδή μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης, περιορίζει τις μελλοντικές ανάγκες χρηματοδότησης και αυξάνει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε ένα ακριβότερο και πιο αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
Γιατί το πραγματικά επικίνδυνο δεν είναι ένα επιτόκιο πχ της τάξεως του 5%.
Είναι η πεποίθηση ότι το χρήμα θα είναι για πάντα φθηνό.
Ο κόσμος που διαμορφώνεται σήμερα μας θυμίζει μια παλιά οικονομική αλήθεια: το χρήμα έχει κόστος και το χρέος έχει όρια.
Για την Ελλάδα, λοιπόν, η νέα εποχή του ακριβότερου χρήματος δεν χρειάζεται να αποτελέσει λόγο επιστροφής στη φοβική δημοσιονομική πολιτική του παρελθόντος.
Μπορεί να γίνει κίνητρο για κάτι πολύ πιο σημαντικό: να αξιοποιήσει η χώρα την περίοδο σχετικής δημοσιονομικής σταθερότητας για να μειώσει ακόμη περισσότερο τις ευπάθειές της, να επενδύσει στην ανάπτυξη και να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Δεν χρειάζεται να περιμένεις την επόμενη κρίση για να αποδείξεις ότι είσαι προετοιμασμένος γι' αυτήν.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη διαφορά της Ελλάδας του 2026 από την Ελλάδα της προηγούμενης δεκαετίας: τότε το χρέος καθόριζε τις επιλογές της χώρας.
Σήμερα, η σταδιακή μείωσή του μπορεί να της δώσει κάτι που είχε χάσει: τον χώρο και άρα τη δυνατότητα να επιλέγει.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
Ο Παρθενών είναι ενιαίο έργο τέχνης
Ελλάδα, ισότητα και Δημοκρατία: Αναζητώντας τη χρυσή τομή
Το πρώτο διάγγελμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή στις 24 Ιουλίου (video)
Να τελειώνουμε με τους εκφασισμένους ψευτοσυντηρητικούς
Κορνήλιος Καστοριάδης: «Είμαστε ανεύθυνοι για την ιστορία μας;»
Τι σημαίνει η τεράστια επιτυχία της Οδύσσειας;
Λαϊκισμός, η Λερναία Ύδρα της σύγχρονης Δημοκρατίας
Πώς η ευρωπαϊκή ακροδεξιά αλλάζει πρόσωπο, χωρίς να αλλάζει στόχο
Η Αριστερά ήταν και παραμένει σταλινική
Πώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή γίνεται παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...