Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Στις 7 Αυγούστου, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν υπέγραψαν τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, προβλέποντας ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Η διατύπωση θυμίζει, πράγματι, το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
Οι συγκρίσεις όμως πρέπει να γίνονται στο πλαίσιο του μέτρου, χωρίς ακρότητες.
Δεν υπάρχουν ακόμη οι θεσμοί, οι κοινές δομές διοίκησης ή οι συγκεκριμένες επιχειρησιακές δεσμεύσεις που χαρακτηρίζουν τη Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Το Chatham House, άλλωστε, υπογραμμίζει ότι το Σύμφωνο πρέπει περισσότερο να διαβαστεί ως πείραμα περιφερειακής αυτονομίας παρά ως μια πλήρως λειτουργική στρατιωτική συμμαχία.
Αυτό όμως δεν το κάνει λιγότερο σημαντικό, το αντίθετο.
Το Σύμφωνο είναι προϊόν μιας Μέσης Ανατολής που αλλάζει.
Η Σαουδική Αραβία έχει πλέον μεγαλύτερη ανάγκη να προστατεύσει μόνη της την ασφάλειά της, ενώ η εμπιστοσύνη στην αμερικανική στρατηγική παρουσία δεν είναι πλέον τόσο αυτονόητη όσο στο παρελθόν.
Παράλληλα, η Τουρκία έχει καταφέρει να τοποθετήσει τον εαυτό της στο κέντρο μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής, συνδυάζοντας στρατιωτική ισχύ, αμυντική βιομηχανία και διπλωματική επιρροή.
Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που πρέπει να κρατήσει η Αθήνα.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Η Τουρκία δεν περιορίζεται πλέον στον ρόλο μιας χώρας που διεκδικεί επιρροή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Επιχειρεί να γίνει οργανωτικός κόμβος της ευρύτερης περιφερειακής ασφάλειας.
Η συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία έχει και πολύ πρακτική διάσταση.
Η Τουρκία μπορεί να προσφέρει στο Ριάντ αμυντικά συστήματα, τεχνογνωσία και συμπαραγωγή εξοπλισμών, διευρύνοντας ταυτόχρονα τη δική της αμυντική βιομηχανία και την επιρροή της.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν έχει λόγο να θεωρεί ότι κάθε νέα διεθνής σχέση της Τουρκίας στρέφεται αυτομάτως εναντίον της.
Έχει όμως λόγο να υπολογίζει τη συσσώρευση ισχύος στην Άγκυρα.
Γιατί όσο περισσότερες περιφερειακές σχέσεις αποκτά η Τουρκία, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η δυνατότητά της να επηρεάζει τις εξελίξεις πέρα από το άμεσο γεωγραφικό της περιβάλλον.
Και αυτό, σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα επιδιώκει αναβάθμιση του ρόλου της στην Ανατολική Μεσόγειο, αφορά άμεσα στα ελληνικά συμφέροντα.
Το δεύτερο, και ίσως σημαντικότερο, ζήτημα είναι η Αίγυπτος.
Το Κάιρο βρίσκεται ήδη μέσα σε έναν ιδιαίτερα σύνθετο διπλωματικό χάρτη.
Συμμετέχει στο σχήμα R4 μαζί με Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν, ενώ ταυτόχρονα έχει αναπτύξει στρατηγικές σχέσεις με την Ελλάδα, την Κύπρο, την Ινδία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η πιθανότητα ένταξής της στο Σύμφωνο της Μέκκας είναι επομένως πολύ πιο σημαντική για την Ελλάδα από όσο θα ήταν μια απλή προσθήκη ενός ακόμη μέλους.
Θα άλλαζε την ισορροπία μέσα στην ίδια την Ανατολική Μεσόγειο.
Γι' αυτό και το Κάιρο εμφανίζεται μέχρι στιγμής προσεκτικό.
Η προσχώρηση θα μπορούσε να το φέρει σε δύσκολη θέση απέναντι σε υφιστάμενες συνεργασίες του με την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ θα επηρέαζε και τη σχέση του με το Ισραήλ.
Το Chatham House σημειώνει ακριβώς αυτή την αιτία για τη σημερινή επιφυλακτικότητα της Αιγύπτου.
Για την Αθήνα, επομένως, η σωστή πολιτική δεν είναι να ζητήσει από την Αίγυπτο να επιλέξει στρατόπεδο.
Είναι να κάνει ακριβώς το αντίθετο!
Να καταστήσει τόσο βαθιά και τόσο χρήσιμη τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Αιγύπτου, ώστε το Κάιρο να μην έχει λόγο να θεωρήσει ότι η συμμετοχή του σε οποιοδήποτε περιφερειακό σχήμα απαιτεί υποβάθμιση των σχέσεών του με την Αθήνα.
Αυτό είναι πολύ πιο ευφυές διπλωματικά, από μια λογική αδιέξοδων αποκλεισμών.
Η Μέση Ανατολή δεν συγκροτείται, πλέον, σε καθαρά στρατόπεδα.
Οι ίδιες χώρες συμμετέχουν ταυτόχρονα σε διαφορετικά σχήματα, ανάλογα με το συμφέρον τους.
Το ελληνικό συμφέρον δεν εξυπηρετείται από μια Τουρκία απομονωμένη από την περιοχή.
Εξυπηρετείται από μια Τουρκία της οποίας η περιφερειακή ισχύς δεν μετατρέπεται σε δυνατότητα επιβολής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η διαφορά είναι κρίσιμη.
Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να χτίζει δικά της δίκτυα: με την Αίγυπτο, την Κύπρο, το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και φυσικά μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.
Και ταυτόχρονα να κρατήσει ανοιχτούς διαύλους με την Τουρκία.
Αυτό ονομάζεται ευφυής στρατηγική.
Η Αθήνα θεωρεί τις σχέσεις με τον αραβικό κόσμο στρατηγικές και μακράς διάρκειας, ενώ αντιμετωπίζει το νέο σχήμα περισσότερο ως μια περιφερειακή εξέλιξη που πρέπει να παρακολουθεί παρά ως άμεση απειλή.
Υπάρχει όμως και μια ευρύτερη διάσταση.
Το Σύμφωνο της Μέκκας εντάσσεται σε μια αλυσίδα εξελίξεων που δείχνουν ότι η Μέση Ανατολή αναζητά νέες μορφές ασφάλειας και οικονομικής διασύνδεσης.
Η νέα αυτή συμφωνία συνδέεται με τη πυρηνική συνεργασία Ηνωμένων Πολιτειών και Σαουδικής Αραβίας, την ενίσχυση του ρόλου της Τουρκίας σε άλλους διεθνείς οργανισμούς και τις εξελίξεις γύρω από τον διάδρομο Ινδίας- Μέσης Ανατολής- Ευρώπης, τον IMEC.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία και για την Ελλάδα, γιατί η χώρα μας δεν είναι θεατής αυτών των εξελίξεων, είναι μέρος της γεωγραφίας τους.
Η Ελλάδα μπορεί και θέλει να αποτελέσει ευρωπαϊκή πύλη προς την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Αυτό όμως προϋποθέτει ότι θα συνεχίσει να επενδύει στις σχέσεις της με τις χώρες της περιοχής και ότι δεν θα αντιμετωπίζει κάθε νέα περιφερειακή συμμαχία αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Το Σύμφωνο της Μέκκας δεν δημιουργήθηκε για το Αιγαίο, αλλά μπορεί να επηρεάσει έμμεσα το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα εξελίσσονται τα ελληνοτουρκικά.
Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να ενδιαφέρει περισσότερο την Αθήνα.
Όχι αν δημιουργήθηκε μια «μουσουλμανική συμμαχία» εναντίον της Ελλάδας.
Είναι προφανές, άλλωστε, ότι δεν δημιουργήθηκε.
Αυτό που πρέπει να μας απασχολεί είναι αν η Τουρκία αποκτά σταδιακά περισσότερους στρατηγικούς εταίρους, μεγαλύτερη αμυντική βιομηχανική επιρροή και ισχυρότερο ρόλο στη διαμόρφωση της περιφερειακής ασφάλειας.
Η απάντηση σε μια τέτοια εξέλιξη, δεν μπορεί να είναι ο φόβος.
Είναι η δική μας ισχύς, οι δικές μας συμμαχίες και η δική μας διπλωματική παρουσία.
Με μία προϋπόθεση: να καταλάβουμε εγκαίρως ότι ο ανταγωνισμός στην Ανατολική Μεσόγειο δεν θα κριθεί μόνο στα χωρικά ύδατα ή στις θαλάσσιες ζώνες.
Θα κριθεί και στο ποιος θα βρίσκεται στο τραπέζι όταν θα σχεδιάζεται η επόμενη αρχιτεκτονική ασφάλειας της περιοχής.
Και εκεί η Ελλάδα πρέπει να είναι παρούσα και κυρίαρχη.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
Ο Παρθενών είναι ενιαίο έργο τέχνης
Ελλάδα, ισότητα και Δημοκρατία: Αναζητώντας τη χρυσή τομή
Το πρώτο διάγγελμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή στις 24 Ιουλίου (video)
Να τελειώνουμε με τους εκφασισμένους ψευτοσυντηρητικούς
Κορνήλιος Καστοριάδης: «Είμαστε ανεύθυνοι για την ιστορία μας;»
Τι σημαίνει η τεράστια επιτυχία της Οδύσσειας;
Λαϊκισμός, η Λερναία Ύδρα της σύγχρονης Δημοκρατίας
Πώς η ευρωπαϊκή ακροδεξιά αλλάζει πρόσωπο, χωρίς να αλλάζει στόχο
Η Αριστερά ήταν και παραμένει σταλινική
Πώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή γίνεται παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...