Γράφει ο Μάκης Γεωργιάδης
Από την εποχή της οικονομικής αισιοδοξίας στη γεωπολιτική αφύπνιση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνειδητοποιεί ότι η εξάρτηση μπορεί να γίνει το πιο ισχυρό όπλο του 21ου αιώνα.
Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, η Ευρώπη πίστεψε σε μια μεγάλη υπόσχεση της παγκοσμιοποίησης: όσο περισσότερο εμπορεύονται μεταξύ τους τα κράτη, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να συγκρουστούν.
Η οικονομική αλληλεξάρτηση θεωρήθηκε όχι μόνο κινητήρας ευημερίας αλλά και εγγύηση ειρήνης.
Η Κίνα θα ενσωματωνόταν σταδιακά στη διεθνή τάξη, θα άνοιγε την οικονομία της, θα πλησίαζε τους κανόνες της αγοράς και, με την πάροδο του χρόνου, θα γινόταν ένας προβλέψιμος στρατηγικός εταίρος.
Σήμερα, αυτή η αισιοδοξία έχει εξαφανιστεί.
Στις Βρυξέλλες δεν κυριαρχεί πλέον η συζήτηση για το πώς θα αυξηθούν οι εμπορικές συναλλαγές με το Πεκίνο.
Κυριαρχεί το ερώτημα πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προστατεύσει την οικονομική και τεχνολογική της κυριαρχία απέναντι σε μια δύναμη που χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο την οικονομία ως εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.
Δεν πρόκειται για μια αιφνίδια μεταστροφή ούτε για μια επιλογή που επιβλήθηκε από την Ουάσιγκτον.
Είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς εμπειριών που άλλαξαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται την ασφάλεια.
Η πρώτη ήταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Για χρόνια, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πίστευαν ότι η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία αποτελούσε μια αμοιβαία επωφελή σχέση.
Η πραγματικότητα απέδειξε ότι μια οικονομική εξάρτηση μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγική ευαλωτότητα μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Το μάθημα αυτό δεν περιορίζεται πλέον στη Ρωσία.
Η Ευρώπη αρχίζει να βλέπει με διαφορετικό βλέμμα και την Κίνα.
Η ανησυχία δεν αφορά μόνο στο τεράστιο εμπορικό έλλειμμα ή στον έντονο ανταγωνισμό των κινεζικών βιομηχανιών.
Αφορά κυρίως στην εξάρτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας από κρίσιμες πρώτες ύλες, από τις σπάνιες γαίες, από τις μπαταρίες νέας γενιάς, από τα φωτοβολταϊκά, από φαρμακευτικές πρώτες ύλες και από ολόκληρες αλυσίδες εφοδιασμού που βρίσκονται υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο του Πεκίνου.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιεί πλέον έναν νέο όρο: de-risking.
Όχι αποσύνδεση, αλλά μείωση των στρατηγικών κινδύνων.
Δεν επιδιώκει να σταματήσει το εμπόριο με την Κίνα.
Επιχειρεί να διασφαλίσει ότι η ευημερία της δεν θα εξαρτάται από αποφάσεις μιας τρίτης δύναμης.
Πίσω από αυτή τη νέα στρατηγική κρύβεται όμως μια ακόμη βαθύτερη διαπίστωση.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ευρώπη και την Κίνα δεν είναι πρωτίστως ιδεολογική.
Είναι σύγκρουση δύο διαφορετικών οικονομικών και πολιτικών μοντέλων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε πάνω στην ιδέα του ανοιχτού ανταγωνισμού, της κανονιστικής διαφάνειας και της αμοιβαιότητας στις εμπορικές σχέσεις.
Αντίθετα, το κινεζικό μοντέλο βασίζεται σε έναν ισχυρό κρατικό καπιταλισμό, όπου οι μεγάλες επιχειρήσεις συνδέονται στενά με τις κρατικές στρατηγικές επιδιώξεις, οι επιδοτήσεις αποτελούν βασικό εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής και η οικονομική ισχύς λειτουργεί συχνά ως μέσο γεωπολιτικής επιρροής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.
Σημαίνει όμως ότι ο ανταγωνισμός γίνεται δομικός.
Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πλέον την Κίνα μόνο ως έναν εμπορικό εταίρο.
Την αντιμετωπίζει ταυτόχρονα ως οικονομικό ανταγωνιστή, τεχνολογικό αντίπαλο και, σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, ως συστημική πρόκληση.
Η στάση του Πεκίνου απέναντι στον πόλεμο της Ουκρανίας επιτάχυνε ακόμη περισσότερο αυτή τη μεταβολή.
Η στενή στρατηγική σχέση της Κίνας με τη Ρωσία ενίσχυσε την καχυποψία πολλών ευρωπαϊκών πρωτευουσών, οι οποίες θεωρούν πλέον ότι η ασφάλεια, η οικονομία και η εξωτερική πολιτική δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστά πεδία.
Για την Ελλάδα, η νέα αυτή πραγματικότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η χώρα υπήρξε από τις πρώτες στην Ευρώπη που προσέλκυσαν μεγάλες κινεζικές επενδύσεις, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το λιμάνι του Πειραιά, το οποίο αποτέλεσε για χρόνια σύμβολο της οικονομικής παρουσίας της Κίνας στη Μεσόγειο.
Ταυτόχρονα, όμως, η στρατηγική ταυτότητα της Ελλάδας είναι αδιαπραγμάτευτα ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική.
Η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, η στενή αμυντική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η ολοένα ισχυρότερη παρουσία της στους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς για την άμυνα και την ασφάλεια καθιστούν σαφές ότι η Αθήνα συμμερίζεται τη νέα στρατηγική κατεύθυνση των Βρυξελλών.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην Κίνα και τη Δύση.
Είναι να διατηρήσει ανοιχτές τις οικονομικές σχέσεις με το Πεκίνο, χωρίς να δημιουργούνται εξαρτήσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν την εθνική και ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία.
Αυτό ακριβώς είναι και το νέο ευρωπαϊκό δόγμα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιδιώκει έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο ούτε μια συνολική οικονομική αποσύνδεση από την Κίνα.
Αντιλαμβάνεται, όμως, ότι στον 21ο αιώνα η ισχύς δεν μετριέται μόνο με στρατούς, πυραύλους ή πολεμικά πλοία.
Μετριέται και με τον έλεγχο των τεχνολογιών, των πρώτων υλών, των ενεργειακών δικτύων, των λιμανιών, των τηλεπικοινωνιών και των αλυσίδων εφοδιασμού.
Η γεωπολιτική επέστρεψε στην οικονομία, έγινε γεωοικονομία.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αλλαγή της εποχής μας.
Η Ευρώπη χρειάστηκε δύο μεγάλες κρίσεις για να το αντιληφθεί: πρώτα την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία και τώρα τη στρατηγική εξάρτηση από την Κίνα.
Αν το μάθημα της προηγούμενης δεκαετίας ήταν ότι η ειρήνη δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, το μάθημα της σημερινής είναι ότι ούτε η οικονομική αλληλεξάρτηση αποτελεί από μόνη της εγγύηση ασφάλειας.
Η πραγματική πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να αποκτήσει την αυτοπεποίθηση και τα μέσα ώστε να συνεργάζεται από θέση ισχύος, χωρίς να εγκλωβίζεται σε σχέσεις εξάρτησης.
Αυτό είναι το νόημα της ευρωπαϊκής αφύπνισης.
Και αυτό θα αποτελέσει μία από τις κρισιμότερες γεωπολιτικές εξελίξεις της δεκαετίας που διανύουμε.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
Η αξιοπρέπεια ως μέτρο της προόδου μιας σύγχρονης κοινωνίας
Όταν η τεχνητή νοημοσύνη συναντά τη φιλοσοφία
Ο θρίαμβος και το παράδοξο του καπιταλισμού
«Κριτές, θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί»- Η αντίληψη του πένθους
Από τι γλιτώσαμε! Η Βρετανία αναζητεί ξανά την Ευρώπη
Η Ελλάδα βασίζεται στο 40% των πολιτών της
Όταν η εργατική τάξη εγκατέλειψε την Αριστερά
Η Ευρώπη χωρίς στρατηγική: Γιατί η ισχύς δεν αρκεί
Το φάντασμα του Χάιντεγκερ
Φρειδερίκος Νίτσε: Δεκαπέντε σκέψεις «μόνος με τον εαυτό σου»
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...