Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν θα καταγραφεί στην ιστορία μόνο για τις αποφάσεις που ελήφθησαν, αντίθετα είναι πολύ πιθανό να αποτελέσει την αφετηρία μιας βαθύτερης αλλαγής: της μετάβασης σε μια νέα ισορροπία μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών, όπου οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα αναλαμβάνουν πολύ μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ασφάλεια της ηπείρου.
Η Ευρώπη πρέπει πλέον να εγκαταλείψει τη λογική της αποσπασματικής ενίσχυσης των αμυντικών δαπανών και να αποκτήσει μια πραγματική στρατηγική κουλτούρα.
Η αύξηση των εξοπλισμών είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί.
Εκείνο που απαιτείται είναι ένας ισχυρότερος ευρωπαϊκός πυλώνας μέσα στο ΝΑΤΟ, με κοινό σχεδιασμό, μεγαλύτερη διαλειτουργικότητα, ισχυρότερη αμυντική βιομηχανία και ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιλέγουν να επικεντρωθούν σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Αυτό δεν σημαίνει αποδυνάμωση της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Αντιθέτως, σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ εισέρχεται σε μια νέα φάση ωρίμανσης, όπου οι Ευρωπαίοι καλούνται να καταστούν ισχυρότεροι εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών και όχι απλοί αποδέκτες της αμερικανικής προστασίας.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Ελλάδα διαθέτει περισσότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα απ' όσα ίσως η ίδια αντιλαμβάνεται.
Τα τελευταία χρόνια η χώρα έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον αξιόπιστους συμμάχους της Δύσης.
Οι αμυντικές δαπάνες παραμένουν σταθερά πάνω από τον στόχο του ΝΑΤΟ, οι Ένοπλες Δυνάμεις εκσυγχρονίζονται με ταχύτητα, ενώ η απόκτηση των Rafale, των φρεγατών Belharra και των F-35 δημιουργεί ένα από τα ισχυρότερα αποτρεπτικά πλέγματα στην Ανατολική Μεσόγειο.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει επενδύσει συστηματικά στη στρατηγική της σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία.
Η Αμοιβαία Αμυντική Συμφωνία με τις ΗΠΑ, η ελληνογαλλική συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής και η συνεχής παρουσία συμμαχικών δυνάμεων σε ελληνικές εγκαταστάσεις αποδεικνύουν ότι η Αθήνα δεν θεωρείται πλέον ένας περιφερειακός εταίρος, αλλά ένας κρίσιμος πυλώνας της νοτιοανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας.
Η γεωγραφία ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα.
Η Σούδα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ναυτικές και αεροπορικές βάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο.
Η Αλεξανδρούπολη εξελίχθηκε, ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, σε κομβικό σημείο μεταφοράς αμερικανικών και νατοϊκών δυνάμεων προς τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και ολόκληρη την ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.
Η Λάρισα, το Στεφανοβίκειο και μια σειρά ακόμη στρατιωτικών εγκαταστάσεων αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία στο νέο επιχειρησιακό δόγμα του ΝΑΤΟ.
Όμως η ελληνική αναβάθμιση δεν περιορίζεται πλέον στην άμυνα.
Αυτή η παράμετρος συνδέεται με μια δεύτερη μεγάλη γεωπολιτική εξέλιξη, η οποία συχνά περνά απαρατήρητη.
Ο υπό διαμόρφωση οικονομικός διάδρομος IMEC (India–Middle East–Europe Economic Corridor) φιλοδοξεί να συνδέσει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ, δημιουργώντας έναν νέο άξονα εμπορίου, ενέργειας και ψηφιακών υποδομών.
Αν το σχέδιο ολοκληρωθεί, η Ελλάδα αναμένεται να αποτελέσει μία από τις βασικές ευρωπαϊκές πύλες αυτού του νέου διαδρόμου.
Αυτό σημαίνει ότι η χώρα παύει να αποτελεί μόνο στρατιωτικό κόμβο.
Μετατρέπεται ταυτόχρονα σε κόμβο μεταφορών, logistics, ενεργειακών δικτύων, υποθαλάσσιων καλωδίων δεδομένων και διακίνησης αγαθών ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη.
Η γεωπολιτική και η γεωοικονομία συναντώνται.
Και όταν συμβαίνει αυτό, η στρατηγική αξία ενός κράτους πολλαπλασιάζεται.
Άλλωστε, οι ίδιες χώρες που στηρίζουν τον IMEC (οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ινδία, το Ισραήλ και οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου) αποτελούν ταυτόχρονα τους σημαντικότερους εταίρους της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή.
Η Αθήνα βρίσκεται σήμερα στο σημείο τομής δύο μεγάλων στρατηγικών εξελίξεων: της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας της Δύσης και της αναδιάταξης των παγκόσμιων εμπορικών διαδρομών.
Αυτό εξηγεί γιατί τα τελευταία χρόνια ενισχύονται παράλληλα οι τριμερείς συνεργασίες με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οι ενεργειακές διασυνδέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και οι σχέσεις με την Ινδία.
Δεν πρόκειται για αποσπασματικές πρωτοβουλίες, αλλά για τμήματα μιας ενιαίας στρατηγικής που αναβαθμίζει τον ρόλο της Ελλάδας.
Από την άλλη μεριά, η σύγκριση με την Τουρκία είναι αναπόφευκτη.
Η Άγκυρα παραμένει ασφαλώς μια χώρα τεράστιας στρατηγικής σημασίας.
Κανείς δεν αμφισβητεί το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεών της, τον έλεγχο των Στενών ή την επιρροή της στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, η επιλογή της να ακολουθεί μια περισσότερο αυτόνομη εξωτερική πολιτική, οι διακυμάνσεις στις σχέσεις της με τη Δύση και η επιδίωξη ισορροπιών μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας έχουν περιορίσει το επίπεδο εμπιστοσύνης που απολαμβάνει στους δυτικούς θεσμούς.
Η Ελλάδα ακολούθησε διαφορετικό δρόμο.
Επέλεξε να επενδύσει στη θεσμική αξιοπιστία της, στη συνέπεια των συμμαχιών της και στη σταθερή ευρωπαϊκή και ατλαντική της ταυτότητα.
Αυτή η επιλογή αρχίζει πλέον να αποδίδει απτά γεωπολιτικά αποτελέσματα.
Προσοχή, όμως: Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα «αντικαθιστά» την Τουρκία.
Αυτό δεν είναι ούτε ρεαλιστικό ούτε αποτελεί στόχο της Δύσης.
Η γεωγραφία της Τουρκίας παραμένει μοναδική και η σημασία της για το ΝΑΤΟ δεδομένη.
Σημαίνει όμως ότι η Ελλάδα έχει πάψει να θεωρείται απλώς ένας μικρός σύμμαχος της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Εξελίσσεται σε έναν στρατηγικό κόμβο όπου συναντώνται η ασφάλεια, η ενέργεια, οι θαλάσσιες μεταφορές, οι ψηφιακές υποδομές και οι νέοι εμπορικοί διάδρομοι.
Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των στρατιωτών ή των οπλικών συστημάτων, αλλά και με την ικανότητα μιας χώρας να αποτελεί αναντικατάστατο κρίκο στις αλυσίδες ασφάλειας, ενέργειας και εμπορίου, η Ελλάδα φαίνεται να έχει εισέλθει σε μια νέα ιστορική φάση.
Η μεγάλη πρόκληση για την επόμενη δεκαετία δεν είναι απλώς να διατηρήσει αυτή την αναβάθμιση.
Είναι να τη μετατρέψει σε μόνιμο στρατηγικό πλεονέκτημα.
Γιατί οι γεωπολιτικές ευκαιρίες δεν παραμένουν ανοιχτές για πάντα.
Αν όμως αξιοποιηθούν με σχέδιο, συνέπεια και εθνική στρατηγική, μπορούν να αλλάξουν τη θέση μιας χώρας στον διεθνή χάρτη για πολλά χρόνια.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
Η αξιοπρέπεια ως μέτρο της προόδου μιας σύγχρονης κοινωνίας
Όταν η τεχνητή νοημοσύνη συναντά τη φιλοσοφία
Ο θρίαμβος και το παράδοξο του καπιταλισμού
«Κριτές, θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί»- Η αντίληψη του πένθους
Από τι γλιτώσαμε! Η Βρετανία αναζητεί ξανά την Ευρώπη
Η Ελλάδα βασίζεται στο 40% των πολιτών της
Όταν η εργατική τάξη εγκατέλειψε την Αριστερά
Η Ευρώπη χωρίς στρατηγική: Γιατί η ισχύς δεν αρκεί
Το φάντασμα του Χάιντεγκερ
Φρειδερίκος Νίτσε: Δεκαπέντε σκέψεις «μόνος με τον εαυτό σου»
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...