Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ, Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης από τον Αλέξη Τσίπρα, λίγες μόλις ημέρες μετά την πολιτική πρωτοβουλία της Μαρίας Καρυστιανού με την «Ελπίδα», οριστικοποιεί σε ένα βαθμό το πολιτικό τοπίο της αντιπολίτευσης.
Παράλληλα, όμως, είναι μια εξέλιξη που επιβεβαιώνει μια βαθύτερη τάση: τον διαρκή κατακερματισμό του αντιπολιτευτικού χώρου και τη δυσκολία διαμόρφωσης ενός πραγματικά πειστικού εναλλακτικού πόλου εξουσίας απέναντι στην κυβέρνηση.
Η εικόνα είναι πλέον καθαρή.
Απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και στον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν υπάρχει μία συμπαγής πολιτική δύναμη που διεκδικεί πλειοψηφικά την εξουσία, αλλά ένα πλήθος κομμάτων, σχημάτων, πρωτοβουλιών, μετακινήσεων και προσωπικών πολιτικών εγχειρημάτων, που προσπαθούν να εκφράσουν επιμέρους κοινωνικά ακροατήρια.
Και κάπου εκεί αναδεικνύεται η μεγάλη αντίφαση της περιόδου, την οποία διανύουμε.
Αν ακούσει κανείς προσεκτικά την κοινωνία, θα διαπιστώσει ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση είναι υπαρκτή.
Δηλαδή, υπάρχουν αντικειμενικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τη δημιουργία ενός ισχυρού ρεύματος αμφισβήτησης της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής.
Και όμως!
Παρά τη φθορά, παρά τα λάθη, παρά τις αντιδράσεις, η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί τον πρώτο λόγο στο πολιτικό σκηνικό.
Δεν πρόκειται για επικοινωνιακό τέχνασμα ούτε για συγκυριακή εικόνα των δημοσκοπήσεων.
Είναι κυρίως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η κοινωνία δεν βλέπει (απέναντι στην κυβέρνηση) μια ολοκληρωμένη, αξιόπιστη και εφαρμόσιμη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος.
Η αντιπολίτευση ασκεί διαρκώς κριτική.
Σε πολλές περιπτώσεις δικαιολογημένα.
Η ανάδειξη των κυβερνητικών αστοχιών είναι αυτονόητη και απαραίτητη σε μια δημοκρατία.
Αλλά η πολιτική ιστορία δείχνει σταθερά κάτι πολύ συγκεκριμένο: καμία κυβέρνηση δεν χάνει πραγματικά την εξουσία μόνο και μόνο επειδή δέχεται έντονη κριτική.
Οι κυβερνήσεις ηττώνται όταν απέναντί τους εμφανίζεται μια δύναμη που δεν καταγγέλλει απλώς, αλλά πείθει.
Που δημιουργεί αίσθημα εμπιστοσύνης.
Που απαντά πειστικά στο ερώτημα «ποιος μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα αύριο το πρωί;».
Και σήμερα αυτό το ερώτημα παραμένει αναπάντητο.
Ο μέσος πολίτης δεν περιμένει πια μόνο υψηλούς τόνους ή πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Δεν περιμένει άλλη μια καταγγελία ή άλλη μια σκληρή δήλωση απέναντι στον πρωθυπουργό.
Περιμένει συγκεκριμένες απαντήσεις.
Πώς θα αυξηθεί ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημα;
Πώς θα αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση;
Πώς θα λειτουργήσει καλύτερα το ΕΣΥ;
Πώς θα γίνει η Παιδεία πιο ανταγωνιστική και πιο ουσιαστική;
Πώς θα κινηθεί η οικονομία μέσα σε ένα δύσκολο ευρωπαϊκό περιβάλλον;
Πώς θα δημιουργηθούν καλύτερες δουλειές;
Πώς θα λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά το κράτος;
Πώς θα νιώσει ξανά ο πολίτης ότι υπάρχει σχέδιο και σταθερότητα;
Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντώνται με συνθήματα.
Απαντώνται με σχέδιο.
Με πρόσωπα που εμπνέουν εμπιστοσύνη.
Με πολιτική συνοχή.
Με αίσθηση κυβερνητικής ετοιμότητας.
Και αυτό ακριβώς είναι που λείπει, και που δημιουργεί διαρκώς νέα κόμματα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καλύψουν το εκκωφαντικό πολιτικό κενό στην αντιπολίτευση.
Η νέα πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα, το κόμμα ΕΛΑΣ, ασφαλώς έχει πολιτικό βάρος και προκαλεί νέο ενδιαφέρον στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς.
Το ίδιο ισχύει και για άλλες πρωτοβουλίες που εμφανίζονται το τελευταίο διάστημα.
Όμως το κρίσιμο δεν είναι αν προκύπτει άλλο ένα νέο σχήμα.
Το κρίσιμο είναι αν αυτή η κίνηση μπορεί να ενώσει και να διευρύνει πολιτικά ακροατήρια, ή αν θα προστεθεί απλώς στο ήδη μεγάλο σύνολο επιμέρους πολιτικών παρουσιών.
Γιατί μέχρι τώρα η εικόνα είναι συγκεκριμένη: κάθε νέο εγχείρημα γεννά προσδοκίες, αλλά ταυτόχρονα αφαιρεί ενέργεια από τη συνολική δυνατότητα συγκρότησης ενός μεγάλου πλειοψηφικού ρεύματος.
Αντί να συμπυκνώνεται πολιτική δύναμη, αυτή διαχέεται.
Αντί να δημιουργείται κοινό κέντρο βάρους, προκύπτουν νέα επιμέρους κέντρα.
Αντί να συγκροτείται καθαρή εναλλακτική πρόταση εξουσίας, η δημόσια συζήτηση εγκλωβίζεται στο ποιος θα ηγηθεί ποιου και ποιος θα διαφοροποιηθεί από ποιον.
Και αυτό τελικά λειτουργεί αντικειμενικά, υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Γιατί σε μια περίοδο αβεβαιότητας, ο πολίτης δεν συγκρίνει απλώς συμπάθειες.
Συγκρίνει σταθερότητα με ασάφεια.
Συνοχή με κατακερματισμό.
Σχέδιο με αποσπασματικότητα.
Και όσο απέναντι στην κυβέρνηση υπάρχει εικόνα πολυδιάσπασης, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι (παρά τα προβλήματα) δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη πειστική εναλλακτική.
Έτσι εξηγείται και το βασικό πολιτικό παράδοξο της συγκυρίας.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια υπάρχει.
Η κυβερνητική φθορά επίσης.
Αλλά δεν μετατρέπονται σε οργανωμένο πολιτικό ρεύμα αλλαγής.
Γιατί λείπει ο κοινός προσανατολισμός.
Λείπει το ενιαίο αφήγημα.
Λείπει η μεγάλη πολιτική σύνθεση που θα μπορούσε να εκφράσει πλειοψηφικά την κοινωνική ανάγκη για αλλαγή χωρίς να παράγει αβεβαιότητα.
Και όσο αυτό λείπει, η εικόνα παραμένει σχεδόν συμβολική.
Από τη μία πλευρά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με τις δυσκολίες, τα λάθη, τις πιέσεις, αλλά με σαφή πολιτική πρωτοκαθεδρία.
Από την άλλη, πολλές διαφορετικές παρουσίες.
Πολλές πρωτοβουλίες.
Πολλά πρόσωπα.
Πολλές φιλοδοξίες.
Πολλά μικρά πολιτικά κέντρα.
Αλλά χωρίς εκείνη τη μία πρόταση που θα ενώσει πραγματικά κοινωνικές δυνάμεις, θα μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε εμπιστοσύνη και θα πείσει την πλειοψηφία ότι υπάρχει καθαρός δρόμος διακυβέρνησης.
Και κάπως έτσι, ίσως πιο εύστοχα από κάθε πολιτική περιγραφή, συνοψίζεται η εικόνα της περιόδου:
Ο Κυριάκος και οι επτά νάνοι.
Όχι επειδή λείπουν πρόσωπα ή πολιτική κινητικότητα.
Αλλά επειδή λείπει ακόμη ο ένας μεγάλος, συνεκτικός και πλειοψηφικός αντίπαλος.
Και μέχρι να εμφανιστεί αυτός, η πολιτική σκηνή θα συνεχίσει να γεμίζει νέες κινήσεις, νέα κόμματα, νέες εξαγγελίες και νέες προσωπικές στρατηγικές, χωρίς όμως να αλλάζει ουσιαστικά ο βασικός συσχετισμός δυνάμεων.
Κι αυτό ίσως είναι σήμερα το μεγαλύτερο στρατηγικό πλεονέκτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά ταυτόχρονα και το βαθύτερο πολιτικό αδιέξοδο της αντιπολίτευσης, στην Ελλάδα του 2026.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Η ιδέα της Ευρώπης, ο Μητσοτάκης, ο Μακρόν και ο Βίκτορ Ουγκό
Η Αριστερά επιμένει πεισματικά στα αδιέξοδά της
Ο Περσέας στη Φλωρεντία: Όταν η Ελλάδα δημιουργεί την Ευρώπη
Έχει και σήμερα στις τάξεις της έναν «Συμπιλίδη» η Νέα Δημοκρατία;
Όλα όσα κρύβονται πίσω από τις ανισότητες και τις οξύνουν
Επίκουρος, ο πρωτεργάτης της πνευματικής επανάστασης
Η επινόηση της ψυχής, ένα πολιτισμικό θαύμα
Ποιο είναι το μεγαλύτερο θύμα του αντισυστημισμού;
Μαρσέλ Προυστ: Η λογοτεχνία ως κλειδί της προσωπικής ελευθερίας
Στο «καραμανλικό- σαμαρικό» μπλοκ οι πιο πολλοί εμπλεκόμενοι βουλευτές στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...