Γράφει ο Ευγένιος
Σε μια εποχή όπου οι δυτικές κοινωνίες μοιάζουν ολοένα πιο διχασμένες, πιο νευρικές και πιο επιθετικές απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό, ένας άνθρωπος της διανόησης είναι υποχρεωμένος να αγγίξει ίσως το πιο κρίσιμο φιλοσοφικό και πολιτικό ερώτημα της εποχής μας: μπορεί πραγματικά να υπάρξει ένα «ουδέτερο» φιλελεύθερο κράτος;
Ή μήπως αυτή ακριβώς η ουδετερότητα είναι τελικά η μεγαλύτερη αδυναμία των σύγχρονων δημοκρατιών;
Αφορμή πήραμε από μια εκτενή συζήτηση του διάσημου πολιτικού φιλοσόφου Michael Sandel με τον δημοσιογράφο Nathan Gardels.
Και το κεντρικό τους επιχείρημα είναι σχεδόν ανατρεπτικό για τον τρόπο με τον οποίο η Δύση αντιλαμβάνεται εδώ και δεκαετίες τη δημοκρατία και τον φιλελευθερισμό.
Για πολλές δεκαετίες, οι δυτικές κοινωνίες πίστεψαν ότι η σταθερότητα μπορούσε να διασφαλιστεί μέσα από ένα κράτος που δεν θα έπαιρνε θέση στα μεγάλα ηθικά και πολιτισμικά ζητήματα.
Το κράτος θα εγγυόταν δικαιώματα, ελευθερίες και κανόνες συνύπαρξης, αλλά δεν θα όριζε τι είναι «καλή ζωή», τι είναι αρετή, τι είναι πατρίδα, τι είναι οικογένεια, τι είναι κοινότητα.
Όλα αυτά θεωρήθηκαν προσωπικές επιλογές του καθενός.
Αυτή η λογική της «ουδετερότητας» φαινόταν για χρόνια προοδευτική και απελευθερωτική.
Όμως, σύμφωνα με τον Sandel, δημιούργησε σταδιακά ένα τεράστιο ηθικό και πολιτικό κενό.
Διότι οι κοινωνίες δεν μπορούν να ζήσουν μόνο με νόμους και αγορές.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Χρειάζονται κοινές αξίες, συλλογική ταυτότητα και μια αίσθηση κοινού πεπρωμένου.
Όταν το φιλελεύθερο κράτος αποσύρθηκε από αυτή τη συζήτηση, το κενό ήρθαν να το καλύψουν πιο επιθετικές και ακραίες δυνάμεις: ο υπερεθνικισμός, ο λαϊκισμός, ο θρησκευτικός φανατισμός και οι νέες πολιτισμικές «φυλές».
Κάπως έτσι εξηγείται και το φαινόμενο Trump και MAGA στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Sandel υποστηρίζει ότι ο Donald Trump δεν νίκησε μόνο λόγω οικονομίας ή μεταναστευτικού.
Νίκησε επειδή μίλησε για πατρίδα, κοινότητα, εθνική υπερηφάνεια και συλλογική ταυτότητα, έννοιες που οι φιλελεύθερες ελίτ είχαν σχεδόν εγκαταλείψει ή αντιμετώπιζαν με αμηχανία.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Sandel δεν υπερασπίζεται τον τραμπισμό.
Αντίθετα, θεωρεί ότι ακριβώς επειδή το φιλελεύθερο σύστημα απέφυγε επί χρόνια να συζητήσει σοβαρά για το κοινό καλό, άφησε το πεδίο ελεύθερο σε πιο ακραίες εκδοχές πολιτικής ταυτότητας.
Όπως σημειώνει, η «ουδετερότητα» δεν παραμένει ποτέ πραγματικά ουδέτερη.
Αργά ή γρήγορα, κάποια αντίληψη περί ηθικής και κοινωνίας κυριαρχεί.
Το ερώτημα είναι ποια.
Η συζήτηση αυτή αποκτά τεράστια σημασία και για την Ευρώπη. Διότι αυτό που βιώνουν σήμερα χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι μόνο οικονομική κρίση ή μεταναστευτική πίεση.
Είναι κρίση νοήματος.
Μεγάλα τμήματα των κοινωνιών νιώθουν ότι κανείς δεν εκφράζει πλέον αυτό που θεωρούν «δικό τους κόσμο».
Οι παραδοσιακοί θεσμοί αποδυναμώνονται, οι τοπικές κοινότητες διαλύονται, τα συνδικάτα συρρικνώνονται, οι εκκλησίες χάνουν επιρροή και οι άνθρωποι απομονώνονται μέσα σε ψηφιακές «φυλές» κοινωνικών δικτύων.
Ο Sandel επιτίθεται ιδιαίτερα και στο μοντέλο της παγκοσμιοποιημένης «αξιοκρατίας» που κυριάρχησε από τη δεκαετία του ’90 και μετά.
Οι κοινωνίες βομβαρδίστηκαν με το μήνυμα ότι «αν προσπαθήσεις αρκετά, θα πετύχεις».
Όποιος έμενε πίσω, θεωρούνταν σχεδόν προσωπικά υπεύθυνος για την αποτυχία του.
Αυτό δημιούργησε τεράστια κοινωνική οργή απέναντι στις μορφωμένες, παγκοσμιοποιημένες ελίτ που εμφανίζονταν να περιφρονούν όσους δεν ανήκαν στον δικό τους κόσμο.
Και εδώ ανακύπτει ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σημείο: η σύγκρουση ανάμεσα στην «κουλτούρα των πτυχιούχων» και στα λαϊκά στρώματα.
Ο Sandel θυμίζει ότι το 62% των Αμερικανών δεν διαθέτει πανεπιστημιακό πτυχίο, όμως σχεδόν κανείς από αυτούς δεν εκπροσωπείται πραγματικά στο Κογκρέσο ή στα κέντρα εξουσίας.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται πλέον σε όλη τη Δύση: πολιτικές και μιντιακές ελίτ που μιλούν μια διαφορετική πολιτισμική γλώσσα από τις κοινωνίες που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Η αναζήτηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν στρέφεται στο ζήτημα της δημόσιας συζήτησης.
Ο Sandel υποστηρίζει ότι οι δυτικές κοινωνίες απέτυχαν επειδή προσπάθησαν να αποφύγουν τις δύσκολες ηθικές συγκρούσεις αντί να τις συζητήσουν ανοιχτά.
Η «ανεκτικότητα της αποφυγής», όπως τη χαρακτηρίζει, δεν έλυσε τις διαφωνίες, απλώς τις έσπρωξε κάτω από το χαλί.
Έτσι, αντί για πραγματικό δημόσιο διάλογο, οι κοινωνίες οδηγήθηκαν σε μια διαρκή πολιτισμική σύγκρουση χωρίς κανόνες.
Τα social media επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Σύμφωνα με τον Sandel, οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες δεν ευνοούν τον διάλογο αλλά την οργή, επειδή το επιχειρηματικό τους μοντέλο βασίζεται στην πρόκληση θυμού και συναισθηματικής έντασης για να κρατούν τους χρήστες συνεχώς συνδεδεμένους.
Κάπως έτσι, η δημόσια σφαίρα μετατράπηκε σε ένα πεδίο κραυγών κι αλληλοκατηγοριών.
Και αυτό, κατά τον Sandel, υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατία.
Γιατί η δημοκρατία δεν είναι απλώς εκλογές και θεσμοί.
Είναι η ικανότητα μιας κοινωνίας να συζητά, να ακούει και να διαφωνεί χωρίς να αυτοκαταστρέφεται.
Εδώ η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την ελληνική πραγματικότητα.
Διότι και στην Ελλάδα παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια όλο και πιο έντονη πολιτισμική πόλωση.
Από τη μία, ένα τμήμα της κοινωνίας που βλέπει τον εαυτό του ως «εκσυγχρονιστικό» και «ευρωπαϊκό».
Από την άλλη, πολίτες που αισθάνονται ότι χάνουν τις σταθερές τους, την εθνική και κοινωνική τους ταυτότητα, ακόμη και την ίδια τη δυνατότητα να εκφράσουν τις ανησυχίες τους χωρίς να στιγματιστούν.
Και στις δύο περιπτώσεις, το πρόβλημα γίνεται πιο επικίνδυνο όταν ο δημόσιος διάλογος αντικαθίσταται από ηθική απαξίωση του αντιπάλου.
Όταν ο ένας θεωρεί τον άλλον είτε «φασίστα» είτε «προδότη».
Τότε η πολιτική παύει να είναι δημοκρατική αντιπαράθεση και μετατρέπεται σε πολιτισμικό εμφύλιο.
Η πιο ενδιαφέρουσα ίσως πρόταση του Sandel αφορά την ανάγκη αναγέννησης της δημόσιας συζήτησης και της συμμετοχής των πολιτών.
Προτείνει ακόμη και τη δημιουργία συνελεύσεων πολιτών, μέσω κλήρωσης, ώστε να σπάσει η κυριαρχία των επαγγελματικών πολιτικών και των ελίτ.
Πρόκειται για μια ριζοσπαστική ιδέα, εμπνευσμένη εν μέρει από την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, που επιδιώκει να ξαναδώσει φωνή στους «αόρατους» πολίτες.
Το βασικό όμως μήνυμα του κειμένου είναι βαθύτερο.
Οι δημοκρατίες δεν μπορούν να επιβιώσουν μόνο με διαδικασίες, αγορές και ατομικά δικαιώματα.
Χρειάζονται κοινότητες, αίσθηση συμμετοχής και μια στοιχειώδη συμφωνία για το τι σημαίνει κοινό καλό.
Αν δεν υπάρξει αυτή η συζήτηση, τότε το κενό θα το καλύπτουν όλο και πιο ακραίες δυνάμεις.
Και ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγάλη αγωνία της εποχής μας: όχι αν οι δημοκρατίες θα αντέξουν οικονομικά ή τεχνολογικά, αλλά αν μπορούν ακόμη να λειτουργήσουν ως κοινότητες ανθρώπων που, παρά τις διαφορές τους, εξακολουθούν να πιστεύουν ότι έχουν κάτι κοινό να υπερασπιστούν μαζί.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Η ιδέα της Ευρώπης, ο Μητσοτάκης, ο Μακρόν και ο Βίκτορ Ουγκό
Η Αριστερά επιμένει πεισματικά στα αδιέξοδά της
Ο Περσέας στη Φλωρεντία: Όταν η Ελλάδα δημιουργεί την Ευρώπη
Έχει και σήμερα στις τάξεις της έναν «Συμπιλίδη» η Νέα Δημοκρατία;
Όλα όσα κρύβονται πίσω από τις ανισότητες και τις οξύνουν
Επίκουρος, ο πρωτεργάτης της πνευματικής επανάστασης
Η επινόηση της ψυχής, ένα πολιτισμικό θαύμα
Ποιο είναι το μεγαλύτερο θύμα του αντισυστημισμού;
Μαρσέλ Προυστ: Η λογοτεχνία ως κλειδί της προσωπικής ελευθερίας
Στο «καραμανλικό- σαμαρικό» μπλοκ οι πιο πολλοί εμπλεκόμενοι βουλευτές στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...