Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Υπάρχουν εποχές στην ιστορία, κατά τις οποίες οι κοινωνίες κουράζονται τόσο βαθιά από την αδράνεια, την αδικία ή την παρακμή, ώστε αρχίζουν να αναζητούν όχι έναν ηγέτη, αλλά έναν οποιονδήποτε «σωτήρα».
Είναι οι στιγμές εκείνες όπου η δημοκρατία μοιάζει αργή, φλύαρη, ανίκανη να απαντήσει στην αγωνία των ανθρώπων.
Τότε εμφανίζεται μια ιδιαίτερη μορφή εξουσίας: όχι πάντα η ωμή τυραννία με τη στρατιωτική μπότα και τα τανκς, αλλά κάτι πιο ύπουλο, πιο θεατρικό και συχνά πιο ελκυστικό.
Ο «μικρός τύραννος», αυτό που ο Danny Hillis ονομάζει «petty tyrant».
Δεν πρόκειται απαραίτητα για έναν απόλυτο δικτάτορα.
Πρόκειται για έναν πολιτικό που αντιλαμβάνεται την εξουσία όχι ως διαχείριση της πραγματικότητας αλλά ως σκηνοθεσία της.
Για κάποιον που κυβερνά μέσα από την εικόνα, την πόλωση, την καλλιέργεια φόβου και τη συνεχή παραγωγή συμβόλων, αντί ουσίας.
Οι μικροί τύραννοι δεν αντλούν δύναμη από την αλήθεια, αντλούν δύναμη από την ικανότητά τους να την αντικαθιστούν.
Όλες σχεδόν οι μορφές αυταρχικής παρακμής ξεκινούν με μια κοινωνική αποτυχία.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Οι άνθρωποι στρέφονται στον δημαγωγό, όταν έχουν πάψει να πιστεύουν ότι οι θεσμοί μπορούν να λύσουν τα προβλήματά τους.
Η δημοκρατία φθείρεται πρώτα ψυχολογικά και μετά πολιτικά.
Όταν ο πολίτης νιώθει εγκαταλελειμμένος, τότε γίνεται ευάλωτος σε εκείνον που υπόσχεται εθνική αποκατάσταση, εκδίκηση απέναντι στις ελίτ και επιστροφή σε ένα χαμένο μεγαλείο.
Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες φιγούρες.
Ο Ναπολέων Γ΄, ανιψιός του μεγάλου Βοναπάρτη, δεν κέρδισε αρχικά τη Γαλλία με στρατιωτική βία αλλά με τη νοσταλγία.
Η χώρα βρισκόταν σε οικονομική κρίση, κοινωνική αποσύνθεση και πολιτική κόπωση.
Εκείνος εμφανίστηκε σαν φάντασμα μιας ένδοξης εποχής, υποσχόμενος σταθερότητα και εθνική υπερηφάνεια.
Και για ένα διάστημα, η Γαλλία θέλησε να πιστέψει.
Όμως οι μικροί τύραννοι έχουν πάντα μια κοινή αδυναμία: αγαπούν περισσότερο την εικόνα της δύναμης από την ίδια τη δύναμη.
Ο Ναπολέων Γ΄ έχτισε μια αυτοκρατορία από χρυσά ανάκτορα, τελετουργίες, παρελάσεις και προσεκτικά σκηνοθετημένη λατρεία της δικής του προσωπικότητας.
Η εξουσία του μετατράπηκε σε παράσταση.
Οι αυλές γέμισαν κόλακες, οι εφημερίδες λογοκρίνονταν, οι αποτυχίες κρύβονταν πίσω από εθνικιστικές κορώνες.
Κανείς δεν τολμούσε να του πει ότι το οικοδόμημα ήταν εύθραυστο.
Και ύστερα ήρθε η πραγματικότητα.
Ο πόλεμος με την Πρωσία το 1870 αποκάλυψε ότι πίσω από τη θεατρική μεγαλοπρέπεια υπήρχε ένα κράτος αποσυντεθειμένο.
Ο γαλλικός στρατός κατέρρευσε στο Σεντάν και μαζί του κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες και ολόκληρη η αυτοκρατορία.
Η ιστορία εμπεριέχει μια παράξενη ειρωνεία: τα καθεστώτα που φαίνονται πανίσχυρα συνήθως καταρρέουν πιο γρήγορα απ’ όλα, ακριβώς επειδή έχουν χτίσει την ισχύ τους πάνω σε ψευδαισθήσεις.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε δεκαετίες αργότερα με τον Μπενίτο Μουσολίνι. Εκείνος, ίσως κατάλαβε καλύτερα από κάθε άλλον ότι η σύγχρονη πολιτική είναι και θέαμα.
Οι παρελάσεις του, οι σκηνοθετημένοι λόγοι από τα μπαλκόνια, οι φωτογραφίες όπου στεκόταν σαν ρωμαϊκό άγαλμα, δεν ήταν απλώς επικοινωνία.
Ήταν ένας μηχανισμός υποκατάστασης της πραγματικότητας.
Η Ιταλία έπρεπε να αισθάνεται ισχυρή, ακόμη κι όταν δεν ήταν.
Ο φασισμός δεν κυβέρνησε μόνο με τη βία αλλά και με την αισθητική της δύναμης.
Ο κόσμος γοητεύεται συχνά όχι από την αποτελεσματικότητα της εξουσίας αλλά από την παράστασή της.
Αλλά η πραγματικότητα δεν διαπραγματεύεται.
Όταν ο Μουσολίνι εισέβαλε στην Ελλάδα το 1940, αγνόησε τις προειδοποιήσεις των στρατιωτικών του.
Η Ιταλία δεν ήταν έτοιμη για πόλεμο.
Ο ανεφοδιασμός ήταν χαοτικός, οι στρατιώτες φορούσαν θερινές στολές στα βουνά της Ηπείρου και η στρατιωτική ηγεσία έκρυβε τις αποτυχίες για να μη δυσαρεστήσει τον Ντούτσε.
Και τότε συνέβη κάτι που παραμένει βαθιά χαραγμένο στην ελληνική ιστορική μνήμη: μια μικρή χώρα, φτωχή και διχασμένη, όχι μόνο αντιστάθηκε αλλά ανάγκασε τη φασιστική Ιταλία σε ταπεινωτική υποχώρηση.
Για πρώτη φορά η εικόνα του αήττητου καθεστώτος ράγισε δημόσια.
Η ελληνική εμπειρία έχει ιδιαίτερη αξία όταν συζητάμε για τους «μικρούς τυράννους», επειδή η νεότερη ελληνική ιστορία υπήρξε σχεδόν εργαστήριο πολιτικού λαϊκισμού, προσωπολατρίας και εθνικών ψευδαισθήσεων.
Όχι με τη μορφή ολοκληρωτισμού τύπου Μουσολίνι, αλλά με μια διαρκή ροπή προς την πολιτική μυθολογία.
Στην Ελλάδα, η πολιτική συχνά οργανώθηκε γύρω από πρόσωπα και όχι γύρω από θεσμούς.
Ο Καραμανλής, ο Ανδρέας, παλαιότερα ο «Γέρος της δημοκρατίας», ο Βενιζέλος, ο Τρικούπης…
Κάποιοι εξ αυτών «έσυραν» πράγματι το εθνικό σκάφος σε καλύτερα νερά…
Οι περισσότεροι, όμως, όχι…
Οι ηγέτες παρουσιάζονταν ως «εθνικοί σωτήρες», ως μοναδικοί εκφραστές του λαού, ως άνθρωποι που μπορούσαν να υπερβούν νόμους, περιορισμούς και πραγματικότητες.
Οι κομματικοί μηχανισμοί οικοδόμησαν πελατειακές αυτοκρατορίες, ενώ η κοινωνία εκπαιδεύτηκε επί δεκαετίες να πιστεύει ότι η ευημερία μπορεί να υπάρξει χωρίς παραγωγή, χωρίς μεταρρυθμίσεις, χωρίς κόστος.
Η μεγάλη οικονομική κρίση μετά το 2010 υπήρξε ίσως η πιο βίαιη σύγκρουση της μεταπολιτευτικής Ελλάδας με την πραγματικότητα.
Για χρόνια, ο δημόσιος λόγος βασιζόταν σε ένα συλλογικό ψέμα: ότι το κράτος μπορούσε επ’ άπειρον να δανείζεται, να διογκώνεται και να υπόσχεται τα πάντα σε όλους.
Οι πολιτικές ηγεσίες, ανεξαρτήτως παράταξης, προτιμούσαν τα βολικά αφηγήματα από τη δυσάρεστη αλήθεια.
Και όταν το οικοδόμημα κατέρρευσε, η κοινωνία αντέδρασε όπως αντιδρούν πάντα οι κοινωνίες που νιώθουν προδομένες: με οργή, πόλωση και αναζήτηση νέων «σωτήρων».
Η περίοδος εκείνη γέννησε ξανά τη γλώσσα της απόλυτης σύγκρουσης, της εθνικής ταπείνωσης, της προδοσίας, του «εμείς ή αυτοί».
Η πολιτική μετατράπηκε σε μόνιμο ψυχολογικό πόλεμο.
Αυτό είναι ίσως το πιο διαχρονικό στοιχείο: οι μικροί τύραννοι δεν επιβιώνουν μόνο χάρη στη δική τους ικανότητα χειραγώγησης.
Επιβιώνουν επειδή μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας θέλουν να πιστέψουν στο αφήγημά τους.
Αυτή είναι η μεγάλη τραγωδία των δημοκρατιών.
Η αλήθεια είναι σχεδόν πάντα πιο αργή, πιο περίπλοκη και λιγότερο ελκυστική από το ψέμα.
Ο δημαγωγός προσφέρει βεβαιότητα, απλούς εχθρούς και εύκολες λύσεις.
Η πραγματικότητα προσφέρει αμφιβολία, κόπο και περιορισμούς.
Ωστόσο, η ιστορία δείχνει επίσης κάτι παρήγορο: η πραγματικότητα μπορεί να αργεί, αλλά τελικά νικά.
Η ιστορία κατέγραψε αληθινούς ηγέτες, δεκάδες, όπως ο Ότο φον Μπίσμαρκ, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ηγέτες με τεράστιες διαφορές μεταξύ τους, αλλά με ένα κοινό χαρακτηριστικό: δεν οικοδόμησαν πολιτικά συστήματα πάνω στη φαντασίωση αλλά πάνω στην αναμέτρηση με τα πραγματικά προβλήματα.
Ο Μπίσμαρκ δεν ενδιαφερόταν να είναι αγαπητός αλλά αποτελεσματικός.
Ο Τσόρτσιλ όρθωσε μόνος του το δικό του, προσωπικό ανάστημα απέναντι στην επέλαση του ναζισμού στην Ευρώπη.
Και νίκησε!
Ο Ρούζβελτ, μέσα στη Μεγάλη Ύφεση, δεν έκρυψε την κρίση πίσω από θεατρικές κορώνες.
Μίλησε ανοιχτά στην κοινωνία, εξήγησε το πρόβλημα και δημιούργησε θεσμούς που επιβιώνουν μέχρι σήμερα.
Ο Καραμανλής εκσυγχρόνισε την Ελλάδα κατά την πολυκύμαντη πολιτική του διαδρομή ως την πρωθυπουργία στην προδικτατορική περίοδο, και στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης έλυσε άπαξ δια παντός το Πολιτειακό, εγκαθίδρυσε το πιο σύγχρονο Σύνταγμα που γνώρισε ποτέ η νεότερη ελληνική ιστορία, αλλά και την πιο αυθεντική, ελεύθερη, ακηδεμόνευτη Δημοκρατία που γνώρισε η Πατρίδα μας κατά τους τελευταίους δυο αιώνες.
Και ίσως τελικά αυτή να είναι η βαθύτερη διαφορά ανάμεσα στον πραγματικό ηγέτη και στον μικρό τύραννο: ο πρώτος θέλει να χτίσει κάτι που θα επιβιώσει και χωρίς αυτόν.
Ο δεύτερος θέλει μόνο να επιβιώσει ο ίδιος.
Οι μικροί τύραννοι λατρεύουν τους καθρέφτες, επειδή μέσα τους βλέπουν τη δική τους εικόνα μεγεθυμένη.
Οι πραγματικοί ηγέτες κοιτούν παράθυρα, προσπαθούν να δουν τον κόσμο όπως είναι.
Κι όσο σκληρή κι αν γίνεται κατά καιρούς η ιστορία, υπάρχει κάτι βαθιά παρήγορο σε αυτό: καμία προπαγάνδα δεν μπορεί να νικήσει για πάντα την πραγματικότητα.
Οι παρελάσεις τελειώνουν.
Οι σημαίες ξεθωριάζουν.
Οι προσωπολατρίες καταρρέουν.
Αυτό που μένει τελικά είναι οι θεσμοί, η αλήθεια και οι κοινωνίες που κατάφεραν να κοιτάξουν κατάματα τον εαυτό τους.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Η ιδέα της Ευρώπης, ο Μητσοτάκης, ο Μακρόν και ο Βίκτορ Ουγκό
Η Αριστερά επιμένει πεισματικά στα αδιέξοδά της
Ο Περσέας στη Φλωρεντία: Όταν η Ελλάδα δημιουργεί την Ευρώπη
Έχει και σήμερα στις τάξεις της έναν «Συμπιλίδη» η Νέα Δημοκρατία;
Όλα όσα κρύβονται πίσω από τις ανισότητες και τις οξύνουν
Επίκουρος, ο πρωτεργάτης της πνευματικής επανάστασης
Η επινόηση της ψυχής, ένα πολιτισμικό θαύμα
Ποιο είναι το μεγαλύτερο θύμα του αντισυστημισμού;
Μαρσέλ Προυστ: Η λογοτεχνία ως κλειδί της προσωπικής ελευθερίας
Στο «καραμανλικό- σαμαρικό» μπλοκ οι πιο πολλοί εμπλεκόμενοι βουλευτές στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...