Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Ένα βαθύτερο φαινόμενο, πολύ σημαντικότερο από μια συλλογική πολιτική μεταβολή, αναδεικνύει μια δομική αδυναμία της Κεντροαριστεράς και της ευρύτερης Αριστεράς να πείσουν τις κοινωνίες, ακόμη και σε συνθήκες που θεωρητικά θα έπρεπε να τις ευνοούν.
Η ακρίβεια, η πίεση στο εισόδημα, η στασιμότητα της ανάπτυξης και η αίσθηση γεωπολιτικής αδυναμίας της Ευρώπης ανάμεσα σε ΗΠΑ, Κίνα, Ινδία και Ρωσία συνιστούν ένα περιβάλλον στο οποίο παραδοσιακά τα κεντροαριστερά κόμματα θα μπορούσαν να κεφαλαιοποιήσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Κι όμως, συμβαίνει το αντίθετο.
Η κυριαρχία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στα όργανα της ΕΕ αντανακλά μια ευρύτερη πολιτική τάση: οι κοινωνίες, ακόμη και υπό πίεση, δείχνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε δυνάμεις που εκπέμπουν σταθερότητα, διαχειριστική επάρκεια και σαφήνεια κατεύθυνσης, παρά σε δυνάμεις που συχνά εγκλωβίζονται σε ιδεολογικές αντιφάσεις.
Η Κεντροαριστερά δεν έχει καταφέρνει να αρθρώσει ένα συνεκτικό αφήγημα για την «επόμενη ημέρα» της Ευρώπης, ούτε για τις χώρες στις οποίες δραστηριοποιείται, τόσο σε οικονομικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο.
Το παράδειγμα της Γερμανίας είναι ενδεικτικό.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Στις εκλογές του 2025, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) υπέστη βαριά ήττα, καταγράφοντας το χειρότερο ποσοστό της ιστορίας του (16,4%), ενώ συνολικά τα κόμματα της πρώην κυβερνητικής συμμαχίας έχασαν σημαντική δύναμη.
Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο αριθμούς, αλλά αποτυπώνει μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι σε πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν χωρίς να πείσουν ότι μπορούν να δώσουν απαντήσεις σε νέα προβλήματα, όπως η ενεργειακή κρίση ή η γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Στην Ιταλία, παρά τις δυσκολίες της κυβέρνησης Μελόνι, η αντιπολίτευση -κατεξοχήν η αριστερή- παραμένει κατακερματισμένη και αδύναμη να προτείνει μια πειστική εναλλακτική λύση.
Η έλλειψη ηγετικών μορφών και ενιαίας στρατηγικής αφήνει χώρο είτε στην κεντροδεξιά είτε σε προσωποπαγείς πολιτικές πρωτοβουλίες, χωρίς σαφή ιδεολογική ταυτότητα.
Στη Γαλλία, η πολιτική σκηνή χαρακτηρίζεται από πολυδιάσπαση και έντονη πόλωση, ενώ η Αριστερά, παρά επιμέρους επιτυχίες, αδυνατεί να μετατρέψει τη δυναμική της σε σταθερή κυβερνητική πρόταση.
Η κατάσταση στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική.
Εκεί, η Κεντροαριστερά όχι μόνο δεν κυριαρχεί, αλλά συχνά βρίσκεται σε θέση άμυνας απέναντι είτε σε εθνικοσυντηρητικές, είτε σε λαϊκιστικές δυνάμεις.
Ταυτόχρονα, η άνοδος των «αντισυστημικών» αφηγημάτων (είτε δεξιάς είτε αριστερής απόχρωσης) αποσπά κρίσιμα εκλογικά ακροατήρια, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τα παραδοσιακά κόμματα.
Ένας βασικός λόγος αυτής της υποχώρησης είναι η μετατόπιση του πολιτικού άξονα.
Η σύγκρουση δεν είναι πλέον αποκλειστικά οικονομική (αναδιανομή εναντίον αγοράς), αλλά αφορά ζητήματα ταυτότητας, ασφάλειας, μετανάστευσης και γεωπολιτικής θέσης της Ευρώπης.
Σε αυτά τα πεδία, η Κεντροαριστερά εμφανίζεται συχνά αμήχανη ή διχασμένη.
Η αδυναμία της να συνδυάσει κοινωνική προστασία με σαφή θέση για την ασφάλεια και τα σύνορα δημιουργεί ένα κενό που καλύπτεται είτε από την Κεντροδεξιά, είτε από πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις.
Ταυτόχρονα, η ίδια η λειτουργία της ευρωπαϊκής πολιτικής έχει αλλάξει.
Όπως δείχνουν αναλύσεις για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το πολιτικό σύστημα έχει γίνει πολυπολικό και λιγότερο σταθερό, με συμμαχίες που μεταβάλλονται ανά θέμα και όχι σταθερές ιδεολογικές πλειοψηφίες.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα κόμματα που δεν διαθέτουν καθαρή και ευέλικτη στρατηγική δυσκολεύονται να επιβληθούν.
Το παράδειγμα της Σλοβενίας
Η περίπτωση της Σλοβενίας αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αδυναμίας, ακόμα και μετά από μια εκλογική επιτυχία.
Εκεί, η κεντροαριστερή κυβέρνηση του Ρόμπερτ Γκόλομπ όχι μόνο έχασε σημαντική δύναμη στις εκλογές του 2026, αλλά απέτυχε και να σχηματίσει κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι το κόμμα του ήρθε πρώτο με οριακή διαφορά.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα πολιτικό αδιέξοδο: το φιλοευρωπαϊκό, κεντροαριστερό μπλοκ περιορίστηκε σε 40 έδρες, χάνοντας την πλειοψηφία που διέθετε, ενώ το δεξιό μπλοκ πλησίασε ή και ξεπέρασε αριθμητικά την πλειοψηφία.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι, παρά την εκλογική πρωτιά, ο Γκόλομπ δεν κατάφερε να οικοδομήσει συμμαχίες, οδηγούμενος τελικά στην επιλογή να περάσει στην αντιπολίτευση.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια βαθύτερη πολιτική αδυναμία: την έλλειψη ικανότητας της Κεντροαριστεράς να συγκροτήσει πλειοψηφικά σχήματα, ακόμη και όταν οι συνθήκες δεν είναι εχθρικές.
Η αδυναμία συνεννόησης με άλλες δυνάμεις, οι ιδεολογικές αποστάσεις στο εσωτερικό του χώρου αυτού και η απουσία ενός ισχυρού συνεκτικού αφηγήματος οδηγούν σε κατακερματισμό.
Επιπλέον, η περίπτωση της Σλοβενίας δείχνει και κάτι ακόμη: ότι η εκλογική νίκη δεν αρκεί.
Σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, η ικανότητα διακυβέρνησης εξαρτάται από τη δυνατότητα οικοδόμησης συμμαχιών και διαμόρφωσης ευρύτερων συναινέσεων.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το στρατηγικό έλλειμμα της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς.
Συμπερασματικά, η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: η Κεντροαριστερά και η Αριστερά στην Ευρώπη δεν υποχωρούν επειδή οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για τους αντιπάλους τους, αλλά επειδή δεν καταφέρνουν να τις μετατρέψουν σε πολιτικό πλεονέκτημα.
Η ακρίβεια, η κοινωνική πίεση και η γεωπολιτική αβεβαιότητα δημιουργούν δυσαρέσκεια, αλλά αυτή δεν μεταφράζεται αυτόματα σε εμπιστοσύνη προς τις δυνάμεις αυτές.
Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι μόνο πολιτικό ή εκλογικό.
Είναι κατεξοχήν στρατηγικό: αφορά στην ικανότητα διατύπωσης ενός πειστικού, συνεκτικού και εφαρμόσιμου οράματος για το μέλλον της Ευρώπης.
Μέχρι να συμβεί αυτό, η υποχώρηση της Κεντροαριστεράς θα παραμένει όχι απλώς πιθανή, αλλά αναπόφευκτη.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Οι διεθνείς ανακατατάξεις ισχύος και η ελληνική ευκαιρία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η μεγάλη παγίδα των δημοψηφισμάτων: Ελλάδα, Βρετανία, Ιταλία
«Κοινωνική πλειοψηφία», η νέα ευφάνταστη επινόηση της Αριστεράς
Η απάτη του υλισμού: Γιατί η επιστήμη δεν έχει λύσει το μυστήριο της συνείδησης
«Λευκές Νύχτες»: Ο Ντοστογιέφσκι απέναντι στη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου
Βοκκάκιος, ο πρώτος Δυτικοευρωπαίος
Ποιος ξεγέλασε τους Τρώες; (Όχι, δεν ήταν ο Οδυσσέας)
Η επιδραστική σκέψη του Γιούργκεν Χάμπερμας στη σημερινή δυτική Δημοκρατία
Όταν ο πόλεμος γίνεται θέαμα: Η νέα, ψηφιακή εποχή της προπαγάνδας
Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται πολιτικό ρεύμα;
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...