Γράφει ο Μάκης Γεωργιάδης
Η συμβατική αντίληψη των πραγμάτων, ήθελε έναν αποσταθεροποιητικό πόλεμο στην πετρελαιοπαραγωγό καρδιά της Μέσης Ανατολής να πλήττει καίρια την Κίνα, τον μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο, και τη βραδυκίνητη οικονομία της.
Τα πράγματα, όμως, δεν εξελίχθηκαν έτσι.
Ως τώρα, το Πεκίνο αντέχει τον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο με το Ιράν, καλύτερα από πολλούς γείτονές του και φαίνεται έτοιμο να εξέλθει συγκριτικά ισχυρότερο.
Σε αντίθεση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίοι εξαπέλυσαν πολέμους εναντίον σαφώς ασθενέστερων αντιπάλων μόνο και μόνο για να βρεθούν αντιμέτωποι με ανεπιθύμητες εκπλήξεις, ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ απέφυγε περιττούς κινδύνους, τοποθετώντας τη χώρα του σε τροχιά μακροπρόθεσμης ισχύος και σταθερότητας.
Την προσεκτική αυτή στάση την είδαμε τόσο στις αντιδράσεις του απέναντι στην πανδημία της COVID-19 όσο και στη διαχείριση των δομικών αδυναμιών της κινεζικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια.
Την είδαμε επίσης στην απροθυμία του να στηρίξει άμεσα τον ρωσικό πόλεμο στην Ουκρανία ή έστω να αναγνωρίσει τις εδαφικές διεκδικήσεις του Πούτιν.
Τώρα τη βλέπουμε ξανά στη διστακτικότητά του να καταδικάσει την εκστρατεία βομβαρδισμών του Τραμπ εναντίον των συμμάχων του στην Τεχεράνη ή να σπεύσει σε άμεση βοήθεια προς το Ιράν.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Η πρόσκληση προς τον Αμερικανό πρόεδρο να επισκεφθεί το Πεκίνο τον επόμενο μήνα παραμένει σε ισχύ.
Βοηθά το γεγονός ότι η Κίνα υφίσταται μικρότερη ζημία από αυτόν τον πόλεμο απ’ ό,τι θα συνέβαινε ακόμη και πριν από λίγα χρόνια.
Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και η ισχυρή της ικανότητα στη διύλιση, περιορίζουν τον κίνδυνο άμεσων ελλείψεων καυσίμων.
Οι εισαγωγές φυσικού αερίου μέσω αγωγών, αλλά και η αυξημένη εγχώρια παραγωγή, μειώνουν πλέον την ανάγκη της για υγροποιημένο φυσικό αέριο από τη Μέση Ανατολή.
Αν ο πόλεμος παραταθεί, το Πεκίνο μπορεί να αντλήσει περισσότερη ενέργεια από φιλικές χώρες, ιδίως τη Ρωσία, ενώ διαθέτει επίσης τα τεράστια αποθέματα άνθρακα και τις ανανεώσιμες πηγές ισχύος που έχει αναπτύξει.
Ο πόλεμος προσέφερε μάλιστα και ορισμένα πλεονεκτήματα.
Οι πλήρως ενοποιημένες εφοδιαστικές αλυσίδες της Κίνας την καθιστούν ικανότερη από ανταγωνιστές εξαγωγείς να συγκρατεί το κόστος παραγωγής.
Παράλληλα, οι συνεχιζόμενες διαταραχές στις μεταφορές ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ, που εκτίναξαν τόσο τις τιμές του πετρελαίου όσο και τα ασφάλιστρα των θαλάσσιων μεταφορών, αναμένεται να ενισχύσουν τη ζήτηση για κινεζικές «καθαρές» τεχνολογίες, αυξάνοντας τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στον εξηλεκτρισμό και επιταχύνοντας την απεξάρτηση από πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Οι τάσεις αυτές προϋπήρχαν του πολέμου.
Αποτελούσαν ήδη κεντρικό στοιχείο της γεωπολιτικής απόκλισης ανάμεσα στο κινεζικό «ηλεκτροκράτος» και το αμερικανικό «πετροκράτος».
Η καταστροφή, όμως, ενεργειακών υποδομών και ο φόβος περαιτέρω ζημιών επιταχύνουν τώρα αυτή τη μετάβαση.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η Κίνα ωφελείται επίσης από έναν πόλεμο που αποδυναμώνει την αμερικανική στρατιωτική ισχύ.
Η σύγκρουση έχει εξαντλήσει αμερικανικά αποθέματα πυραύλων Cruise μεγάλης εμβέλειας και αναχαιτιστικών συστημάτων, τα οποία θα χρειαστούν χρόνια για να αναπληρωθούν.
Οι ελλείψεις αυτές ήδη διαχέονται διεθνώς: εξαρτήματα των THAAD αποσύρονται από τη Νότια Κορέα, συστήματα Patriot δεν είναι διαθέσιμα για την Ουκρανία και συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία, ενώ η μεταφορά ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή μειώνει την αμερικανική παρουσία στον Ινδικό και τον Ειρηνικό.
Το σωρευτικό αποτέλεσμα είναι η διάβρωση της αμερικανικής αποτροπής στα μέτωπα όπου το Πεκίνο έχει τα μεγαλύτερα συμφέροντα, την ώρα που σύμμαχοι από τη Σεούλ έως το Τόκιο επανεκτιμούν σιωπηρά πόσο ανθεκτικές είναι πράγματι οι δεσμεύσεις ασφαλείας της Ουάσιγκτον.
Όλα αυτά εντείνουν και την ήδη οξεία εξάρτηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τις κινεζικές εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών, απαραίτητων για την παραγωγή νέων οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών.
Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε θεωρητικά να βρει εναλλακτικές λύσεις μέσα στα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια, όμως ένας ορίζοντας δεκαετίας μοιάζει ρεαλιστικότερος.
Στο μεταξύ, ο Τραμπ θα βρεθεί με ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση απέναντι στον Κινέζο ομόλογό του, με τον οποίο σχεδιάζει να συναντηθεί στο Πεκίνο σε λίγες μέρες.
Η Κίνα επωφελείται επίσης από τη συνεχιζόμενη φθορά της αμερικανικής αξιοπιστίας ως διεθνούς δρώντος, καθώς πλούσιες και αναπτυσσόμενες χώρες αναζητούν ασφαλιστικές δικλείδες απέναντι στην αβεβαιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Πέρα από αυτά τα οφέλη, ο πόλεμος προσφέρει στους Κινέζους στρατιωτικούς επιτελείς μια πολύτιμη ευκαιρία να παρακολουθήσουν σε πραγματικό χρόνο πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αναπτύσσουν αεροναυτική ισχύ και πώς χρησιμοποιούν πλέον την τεχνητή νοημοσύνη στο πεδίο της μάχης.
Πρόκειται για εξαιρετικά χρήσιμες πληροφορίες, ιδίως ενόψει οποιουδήποτε σεναρίου που αφορά την Ταϊβάν.
Το Πεκίνο μελετά επίσης τις τακτικές παρενόχλησης μέσω drones που χρησιμοποίησε το Ιράν κατά της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ και εξετάζει πώς ανάλογες μέθοδοι θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στα Στενά της Ταϊβάν, για παράδειγμα, σε ένα σενάριο «καραντίνας» που θα δοκίμαζε τις αμερικανικές αντιδράσεις χωρίς να προκαλέσει πλήρη στρατιωτική σύγκρουση.
Οι προηγμένες και χαμηλού κόστους κινεζικές δυνατότητες σε επιθετικά drones και μέσα αντιμετώπισής τους καθιστούν αυτή την επιλογή ολοένα ελκυστικότερη.
Αν ο Σι Τζινπίνγκ είχε μπροστά του δημοκρατικές εκλογές σε λίγους μήνες, με υποτονική ανάπτυξη, αυξανόμενη ανεργία και το κόστος του πολέμου στο Ιράν να επιβαρύνει περαιτέρω τη θέση του, ίσως να δελεαζόταν να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία.
Οι ΗΠΑ είναι όσο ποτέ απομονωμένες και με περιορισμένη ισχύ πυρός, οι σύμμαχοί τους αμφιταλαντεύονται και η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να εξαρτάται από κινεζικά ορυκτά.
Ποια καλύτερη στιγμή για κίνηση στην Ταϊβάν;
Ακόμη και χωρίς εισβολή, μια σοβαρή κλιμάκωση θα μπορούσε να βελτιώσει οριακά τη θέση του.
Όμως ο ισχυρός άνδρας της Κίνας δεν αντιμετωπίζει τέτοια πίεση και δεν δείχνει πρόθυμος να ρισκάρει.
Προτιμά την ειρηνική επανένωση με την Ταϊβάν, με τη στρατιωτική βία ως έσχατη λύση.
Γνωρίζει καλά ότι οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις δεν έχουν εμπλακεί σε πραγματικό πόλεμο από τη συνοριακή σύγκρουση με το Βιετνάμ πριν από 47 χρόνια, ενώ η χώρα δεν έχει ποτέ δώσει ναυμαχία.
Οι εκκαθαρίσεις κορυφαίων στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος με δεσμούς με τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, οι εκτενέστερες από τη δεκαετία του 1980, υποδηλώνουν ότι ο ίδιος ο Σι γνωρίζει πως ο στρατός του δεν είναι έτοιμος για μια μεγάλη αναμέτρηση.
Η Κίνα επιθυμεί επίσης να προβάλλεται ως υπεύθυνη και σταθεροποιητική μεγάλη δύναμη: η χώρα που οι άλλοι θα ήθελαν να πλησιάσουν, όχι να φοβούνται και να εξισορροπούν.
Η πρώτη συνάντηση εδώ και πάνω από μία δεκαετία μεταξύ του Σι και του ηγέτη του Κουομιτάνγκ, του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης στην Ταϊβάν, σχεδιάστηκε ώστε να τον εμφανίσει ως εποικοδομητική δύναμη υπέρ των ειρηνικών σχέσεων, λίγο πριν από την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο, σε αντίθεση με τον «ταραχοποιό» πρόεδρο της Ταϊβάν, Γουίλιαμ Λάι.
Η ίδια λογική διέπει και τη γενικότερη διεθνή στάση του Πεκίνου: ειδικός απεσταλμένος στη Μέση Ανατολή, κοινή ειρηνευτική πρωτοβουλία με το Πακιστάν, προτάσεις κατάπαυσης του πυρός για τη Γάζα και τον πόλεμο Ρωσίας- Ουκρανίας.
Τίποτε από αυτά δεν απέδωσε περισσότερα από συμβολικές κινήσεις, κι ακριβώς αυτό είναι το νόημα: όλα τα οφέλη φήμης μιας υπεύθυνης δύναμης, χωρίς κανένα ουσιαστικό κόστος.
Γι’ αυτό και η Κίνα δεν αισθάνεται ιδιαίτερη ανάγκη να εμπλακεί άμεσα στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής για να βγει κερδισμένη.
Η αυξανόμενη αυτοπεποίθησή της στηρίζεται στην πεποίθηση ότι μπορεί να κερδίσει την ειρήνη χωρίς να πλησιάσει καν στον πόλεμο.
Ωστόσο, αν η σύγκρουση συνεχιστεί πέρα από λίγες ακόμη εβδομάδες, οι υπολογισμοί θα αρχίσουν να αλλάζουν εις βάρος του Πεκίνου.
Ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός περιορίζει σημαντικά τις κινεζικές εισαγωγές πετρελαίου από το Ιράν.
Η Κίνα θα αποφύγει άμεση αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον, όμως η αυξανόμενη οικονομική πίεση θα της δώσει ισχυρότερα κίνητρα να πιέσει για μια διαπραγματευμένη λήξη του πολέμου.
Εν ολίγοις, η Κίνα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ελάχιστους κερδισμένους αυτής της σύγκρουσης.
Υπάρχουν όμως φθίνουσες αποδόσεις στο χάος που προκαλούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, και αυτές εξαντλούνται ταχύτερα για τη χώρα που έχει τα περισσότερα να χάσει από έναν ασταθή κόσμο.
Στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, το Πεκίνο επιθυμεί περισσότερο να τελειώσει ο πόλεμος παρά να συνεχίσει ο βασικός του αντίπαλος να αυτοτραυματίζεται.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Οι διεθνείς ανακατατάξεις ισχύος και η ελληνική ευκαιρία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η μεγάλη παγίδα των δημοψηφισμάτων: Ελλάδα, Βρετανία, Ιταλία
«Κοινωνική πλειοψηφία», η νέα ευφάνταστη επινόηση της Αριστεράς
Η απάτη του υλισμού: Γιατί η επιστήμη δεν έχει λύσει το μυστήριο της συνείδησης
«Λευκές Νύχτες»: Ο Ντοστογιέφσκι απέναντι στη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου
Βοκκάκιος, ο πρώτος Δυτικοευρωπαίος
Ποιος ξεγέλασε τους Τρώες; (Όχι, δεν ήταν ο Οδυσσέας)
Η επιδραστική σκέψη του Γιούργκεν Χάμπερμας στη σημερινή δυτική Δημοκρατία
Όταν ο πόλεμος γίνεται θέαμα: Η νέα, ψηφιακή εποχή της προπαγάνδας
Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται πολιτικό ρεύμα;
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...