Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Η συζήτηση που ανοίγει εκ νέου ένα τμήμα της διεθνούς Αριστεράς γύρω από την ανάγκη ενός «εναλλακτικού κοσμοπολιτισμού» αποκαλύπτει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, τη βαθιά στρατηγική της αμηχανία.
Αντί να παρουσιάσει ένα πειστικό σχέδιο για την οικονομία, την παραγωγή, την κοινωνική συνοχή και την εθνική δημοκρατία στον 21ο αιώνα, επιλέγει για ακόμη μία φορά να καταφύγει σε αφηρημένες έννοιες διεθνισμού, υπερεθνικής αλληλεγγύης και δήθεν «μεταεθνικών» πολιτικών σχημάτων.
Το αποτέλεσμα είναι μια θεωρητική συζήτηση με ενδιαφέρον ακαδημαϊκό, αλλά με μηδενική πρακτική αξία για τις κοινωνίες που βιώνουν ανασφάλεια, πληθωρισμό, μεταναστευτικές πιέσεις και κρίση αντιπροσώπευσης.
Η άνοδος της Δεξιάς διεθνώς δεν είναι απλώς γεωπολιτικό φαινόμενο, αλλά ιδεολογική σύγκλιση δυνάμεων που αξιοποιούν το έθνος- κράτος, την ταυτότητα και την κοινωνική δυσαρέσκεια για την αναποτελεσματικότητα των κρατικών γραφειοκρατιών.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Η απάντηση θα έπρεπε να είναι μια νέα διεθνιστική Αριστερά, ένας «άλλος κοσμοπολιτισμός».
Όμως εδώ ακριβώς εντοπίζεται η αδυναμία: η Αριστερά περιγράφει τι δεν της αρέσει, αλλά δυσκολεύεται να εξηγήσει τι ακριβώς προτείνει.
Είναι ιστορικά μια πολιτική και ιδεολογική στάση που αναλίσκεται στην κριτική των πράξεων των άλλων και την κατασκευή ανεφάρμοστων θεωρηιτικών σχημάτων.
Κι όποτε -σπάνια…- καλείται να εφαρμόσει τις πεποιθήσεις της, αποτυγχάνει παταγωδώς.
Η Ελλάδα της περιόδου 2015- 2019 είναι κλασικό παράδειγμα.
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή και αμερικανική κεντροαριστερά συνδέθηκε με την παγκοσμιοποίηση, την απορρύθμιση αγορών, την αποβιομηχάνιση και την αντικατάσταση της κοινωνικής πολιτικής από έναν ηθικολογικό δικαιωματισμό.
Οι λαϊκές τάξεις, οι εργαζόμενοι της παραγωγής, οι περιφέρειες που έχασαν εισόδημα και σταθερότητα, αισθάνθηκαν ότι εγκαταλείφθηκαν.
Η απάντηση της Αριστεράς δεν ήταν αυτοκριτική και ανασυγκρότηση, αλλά μια νέα μετατόπιση σε ζητήματα πολιτισμικής εκπροσώπησης και παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Σήμερα, αντί να επανέλθει με ρεαλιστικές προτάσεις για εργασία, στέγη, ασφάλεια και ανάπτυξη, δηλαδή τα κατεξοχήν ζητούμενα των σύγχρονων κοινωνιών, επαναφέρει τη γλώσσα του κοσμοπολιτισμού.
Το πρόβλημα είναι ότι οι κοινωνίες δεν ζουν μέσα σε θεωρητικά σχήματα.
Ζουν μέσα σε κράτη, με σύνορα, θεσμούς, φορολογικά συστήματα, σχολεία, νοσοκομεία και δημόσιες υποχρεώσεις.
Ο πολίτης που αγωνιά για το ενοίκιο, για τον μισθό που δεν φτάνει, για την εγκληματικότητα στη γειτονιά ή για το αν τα παιδιά του θα βρουν δουλειά, δεν πείθεται εύκολα από εκκλήσεις για υπερεθνικές λύσεις που παραμένουν αόριστες.
Θέλει απαντήσεις εδώ και τώρα, στο συγκεκριμένο πολιτικό πεδίο όπου ζει.
Ακόμη περισσότερο, η επιμονή τμημάτων της Αριστεράς να αντιμετωπίζουν το έθνος- κράτος σχεδόν ως ιστορικό κατάλοιπο, δείχνει αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας.
Το κράτος, με όλα τα ελαττώματά του, παραμένει ο βασικός μηχανισμός κοινωνικής αναδιανομής, δημοκρατικής λογοδοσίας και συλλογικής προστασίας.
Μέσα στην πανδημία, στις ενεργειακές κρίσεις, στις διεθνείς συγκρούσεις, κανένας «κοσμοπολιτικός μηχανισμός» δεν στήριξε κοινωνίες όπως το έκανε, καλύτερα ή χειρότερα, το εθνικό κράτος.
Η Αριστερά, αντί να επεξεργαστεί ένα σύγχρονο πατριωτικό κοινωνικό σχέδιο, συνεχίζει να φλερτάρει με «μεταεθνικές» ουτοπίες.
Η συζήτηση για τη μετανάστευση είναι επίσης χαρακτηριστική.
Η Αριστερά, επηρεασμένη από τα ανεφάρμοστα δόγματά που την καθοδηγούν, ισχυρίζεται ότι το ζήτημα είναι πρωτίστως ταξικό και όχι πολιτισμικό.
Η μονομέρεια είναι εμφανής.
Η μετανάστευση αφορά ταυτόχρονα εργασία, κοινωνικές υποδομές, ενσωμάτωση, ασφάλεια, δημογραφία και πολιτισμική συνοχή.
Όταν η Αριστερά επιμένει να βλέπει μόνο οικονομικές δομές και να αγνοεί τις πραγματικές ανησυχίες των κοινωνιών, χαρίζει το πεδίο στους αντιπάλους της, ανάμεσα στους οποίους και την εθνικιστική Δεξιά.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος της σημερινής Αριστεράς λειτουργεί περισσότερο ως χώρος ηθικής καταγγελίας, παρά ως δύναμη διακυβέρνησης.
Καταγγέλλει τον καπιταλισμό, αλλά δεν εξηγεί πώς θα παραχθεί πλούτος.
Καταγγέλλει τα σύνορα, αλλά δεν εξηγεί πώς θα οργανωθεί η πολιτική κοινότητα.
Καταγγέλλει τις ελίτ, αλλά εκφράζεται συχνά μέσα από πανεπιστημιακές και πολιτισμικές ελίτ αποκομμένες από την καθημερινότητα.
Καταγγέλλει την ανασφάλεια, αλλά αδυνατεί να μιλήσει πειστικά για τάξη, κανόνες και ευθύνη.
Έτσι, η αναζήτηση ενός «νέου κοσμοπολιτισμού» μοιάζει λιγότερο με τολμηρό όραμα και περισσότερο με υπεκφυγή.
Όταν δεν διαθέτεις εφαρμόσιμη πρόταση για την κοινωνία όπως είναι, αναζητάς λύσεις σε ένα αφηρημένο παγκόσμιο επίπεδο όπου τίποτε δεν κρίνεται άμεσα.
Πρόκειται για πολιτική μετάθεση του προβλήματος.
Η Αριστερά θα μπορούσε να έχει ρόλο στον 21ο αιώνα αν επανασυνδεόταν με την εργασία, την παραγωγή, τη μεσαία τάξη, την κοινωνική κινητικότητα και μια δημοκρατική έννοια συλλογικής ταυτότητας.
Αντί γι’ αυτό, συχνά επιλέγει να μιλά μια γλώσσα που συγκινεί συνέδρια, όχι κοινωνίες.
Και όσο επιμένει σε αυτή τη διαδρομή, τόσο οι πολίτες θα αναζητούν αλλού, συχνά με επικίνδυνους όρους, τις απαντήσεις που εκείνη αδυνατεί να δώσει.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Οι διεθνείς ανακατατάξεις ισχύος και η ελληνική ευκαιρία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η μεγάλη παγίδα των δημοψηφισμάτων: Ελλάδα, Βρετανία, Ιταλία
«Κοινωνική πλειοψηφία», η νέα ευφάνταστη επινόηση της Αριστεράς
Η απάτη του υλισμού: Γιατί η επιστήμη δεν έχει λύσει το μυστήριο της συνείδησης
«Λευκές Νύχτες»: Ο Ντοστογιέφσκι απέναντι στη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου
Βοκκάκιος, ο πρώτος Δυτικοευρωπαίος
Ποιος ξεγέλασε τους Τρώες; (Όχι, δεν ήταν ο Οδυσσέας)
Η επιδραστική σκέψη του Γιούργκεν Χάμπερμας στη σημερινή δυτική Δημοκρατία
Όταν ο πόλεμος γίνεται θέαμα: Η νέα, ψηφιακή εποχή της προπαγάνδας
Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται πολιτικό ρεύμα;
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...