Γράφει ο Ευγένιος
Όλοι γνωρίζουν τη διαδεδομένη άποψη ότι η γλώσσα διαμορφώνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε.
Ότι οι ομιλητές των γαλλικών, των γερμανικών ή των αγγλικών αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα με θεμελιωδώς διαφορετικούς τρόπους, επειδή οι γλώσσες τους «πλάθουν» διαφορετικά το μυαλό τους.
Πρόκειται για μια ιδέα γοητευτική, αλλά σε μεγάλο βαθμό λανθασμένη.
Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι γλώσσες δεν έχουν τις δικές τους ιδιαίτερες αποχρώσεις στον τρόπο που εκφράζουν τις έννοιες.
Κάποιες από αυτές είναι πραγματικά αποκαλυπτικές.
Μας επιτρέπουν να δούμε την πραγματικότητα βαθύτερα από έναν μονόγλωσσο άνθρωπο;
Όχι απαραίτητα.
Μας προσφέρουν όμως πολύτιμες ματιές στον τρόπο με τον οποίο άλλοι λαοί και πολιτισμοί εκφράζονται;
Αναμφίβολα.
Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουν οι μαθητές των ισπανικών, των γαλλικών ή των ιταλικών είναι πώς να πουν ότι τους αρέσει κάτι.
Προς έκπληξή τους, όμως, η διατύπωση δεν αφορά καθόλου το «μου αρέσει» όπως το εννοούμε στα ελληνικά ή στα αγγλικά.
Στις λεγόμενες ρομανικές γλώσσες, οι ομιλητές δεν εκφράζουν τι τους αρέσει ως ενεργητικό υποκείμενο, αλλά τι είναι ευχάριστο προς αυτούς.
Το ισπανικό me gusta, για παράδειγμα, σημαίνει κυριολεκτικά «είναι ευχάριστο για μένα».
Αντίστοιχα, στα ιταλικά, η φράση non mi piacciono gli spaghetti αποδίδεται κατά λέξη ως «τα μακαρόνια δεν είναι ευχάριστα για μένα».
Αυτή η αντιστροφή υποκειμένου και αντικειμένου μπορεί να ακούγεται παράξενη σε έναν αγγλόφωνο ή και σε εμάς, αλλά πολλές φορές αποκτά μια ιδιαίτερη γοητεία.
Στα γαλλικά, για παράδειγμα, η φράση tu me manques, «μου λείπεις», αποδίδεται κυριολεκτικά ως «μου λείπεις εσύ», σαν να υπάρχει ένα κενό που αφήνει η απουσία του άλλου.
Από την άλλη πλευρά, αυτή η δομή μπορεί να γίνει και πιο ωμή: το ισπανικό no me gustas («δεν μου είσαι ευχάριστος») δεν αφήνει πολλά περιθώρια για τη γνωστή παρηγορητική φράση «δεν φταις εσύ, φταίω εγώ».
Αν περάσουμε στα γερμανικά, συναντάμε ένα άλλο χαρακτηριστικό που συχνά εντυπωσιάζει: τις σύνθετες λέξεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί θυμούνται το ειρωνικό σχόλιο του Όσκαρ Ουάιλντ πως «η ζωή είναι πολύ μικρή για να μάθεις γερμανικά».
Λέξεις όπως Rindfleischetikettierungsüberwachungsaufgabenübertragungsgesetz (νόμος για την ανάθεση αρμοδιοτήτων εποπτείας της επισήμανσης βοείου κρέατος) μοιάζουν σχεδόν αδιαπέραστες.
Κι όμως, η λογική τους δεν διαφέρει τόσο από τα αγγλικά ή και τα ελληνικά.
Και εμείς χρησιμοποιούμε σύνθετες λέξεις, απλώς συχνά τις γράφουμε χωριστά.
Η διαφορά είναι ότι τα γερμανικά έχουν την ικανότητα να συμπυκνώνουν ολόκληρες εικόνες σε μία λέξη.
Το γνωστό Schadenfreude, η ικανοποίηση για τη δυστυχία του άλλου, ή το πιο γλαφυρό Kummerspeck («λίπος της λύπης»), που περιγράφει τα κιλά που παίρνει κανείς μετά από στενοχώρια, δείχνουν ακριβώς αυτή τη δύναμη.
Κι όμως, ακόμη κι αν τέτοιες λέξεις δεν υπάρχουν αυτούσιες σε άλλες γλώσσες, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε το νόημά τους.
Αυτό αποδεικνύει ότι η θεωρία πως η γλώσσα καθορίζει απόλυτα τη σκέψη, ο λεγόμενος «γλωσσικός ντετερμινισμός», είναι υπερβολική.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι οι διαφορετικές μορφές του «εσύ».
Ενώ τα αγγλικά έχουν πλέον χάσει τη διάκριση ανάμεσα σε επίσημο και ανεπίσημο, πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες τη διατηρούν: tu και vous στα γαλλικά, tu και Lei στα ιταλικά, du και Sie στα γερμανικά.
Οι μορφές αυτές δεν εκφράζουν απλώς ευγένεια, αλλά και κοινωνική απόσταση ή οικειότητα.
Υπενθυμίζουν, μάλιστα, ότι και τα αγγλικά κάποτε είχαν παρόμοια διάκριση, με το «thou» και το «you».
Σε αντίθεση με τη σύγχρονη αντίληψη, το «thou» δεν ήταν πιο επίσημο, αλλά πιο οικείο, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί τόσο για έκφραση αγάπης όσο και για έντονη αντιπαράθεση.
Το «you», αντίθετα, παρέπεμπε σε μεγαλύτερη απόσταση και τυπικότητα.
Τελικά, οι γλώσσες δεν μας εγκλωβίζουν σε διαφορετικούς κόσμους, ούτε καθορίζουν απόλυτα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα.
Μας προσφέρουν, όμως, διαφορετικούς τρόπους να την περιγράψουμε και, μέσα από αυτούς, πολύτιμες ματιές στον τρόπο που σκέφτονται και νιώθουν οι άλλοι.
Και ίσως αυτή να είναι η πραγματική τους αξία: όχι ότι μας αλλάζουν τον κόσμο, αλλά ότι μας βοηθούν να τον κατανοήσουμε καλύτερα.
Τι συμβαίνει με τα ελληνικά;
Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Αν στο πρώτο μέρος είδαμε πώς οι ξένες γλώσσες μάς ανοίγουν μικρά «παράθυρα» σε άλλους τρόπους σκέψης, στο δεύτερο αξίζει να σταθούμε σε μια πιο οικεία, και συχνά παρεξηγημένη, περίπτωση: την ίδια την ελληνική γλώσσα και τον τρόπο που αντιμετωπίζεται, ιδίως στο διαδίκτυο.
Τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν ευρέως απόψεις που αποδίδουν στην ελληνική γλώσσα σχεδόν μυθικές ιδιότητες.
Διαβάζουμε συχνά ότι είναι «η πιο πλούσια γλώσσα στον κόσμο», ότι διαθέτει «μοναδική μαθηματική δομή», ότι «ενεργοποιεί διαφορετικά τμήματα του εγκεφάλου» ή ακόμη ότι είναι «η μόνη γλώσσα που συνδέεται άμεσα με την έννοια της αλήθειας».
Σε πιο υπερβολικές εκδοχές, παρουσιάζεται ως μια γλώσσα που όχι απλώς εκφράζει, αλλά σχεδόν… αποκαλύπτει την ίδια την πραγματικότητα.
Πρόκειται για ισχυρισμούς που, όσο ελκυστικοί κι αν ακούγονται, δεν στηρίζονται επιστημονικά.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η ελληνική γλώσσα δεν έχει εξαιρετικά χαρακτηριστικά.
Το αντίθετο.
Η ιστορική της συνέχεια, που εκτείνεται από την αρχαιότητα έως σήμερα, αποτελεί μοναδικό φαινόμενο.
Το γεγονός ότι μπορούμε ακόμη να αναγνωρίσουμε λέξεις, ρίζες και έννοιες σε κείμενα χιλιάδων ετών δημιουργεί μια πολιτισμική και νοητική γέφυρα σπάνιας αξίας.
Επιπλέον, η μορφολογική της ευελιξία, η δυνατότητα παραγωγής σύνθετων λέξεων και η ακρίβεια στη διατύπωση αφηρημένων εννοιών την καθιστούν ένα ιδιαίτερα εκφραστικό εργαλείο.
Ωστόσο, αυτά τα χαρακτηριστικά δεν είναι «μοναδικά» με την έννοια της ανωτερότητας έναντι όλων των άλλων γλωσσών.
Κάθε γλώσσα διαθέτει δικούς της μηχανισμούς ακρίβειας, δημιουργικότητας και έκφρασης.
Τα γερμανικά, για παράδειγμα, δημιουργούν σύνθετες έννοιες με εντυπωσιακή σαφήνεια, τα ιαπωνικά αποτυπώνουν λεπτές κοινωνικές αποστάσεις, τα αραβικά έχουν πλούσια δομή στις ρίζες των λέξεων, που γεννά πλήθος σημασιών.
Η ελληνική, απλώς, το κάνει με τον δικό της τρόπο.
Ένας από τους πιο διαδεδομένους μύθους είναι ότι «η ελληνική γλώσσα έχει εκατομμύρια λέξεις, περισσότερες από κάθε άλλη».
Στην πραγματικότητα, η έννοια του «πόσες λέξεις έχει μια γλώσσα» είναι εξαιρετικά ρευστή.
Εξαρτάται από το πώς ορίζουμε τη λέξη, αν περιλαμβάνουμε παράγωγα, τεχνικούς όρους, ιδιώματα κ.ο.κ.
Καμία σοβαρή γλωσσολογική έρευνα δεν κατατάσσει τις γλώσσες με τέτοιους όρους «πρωτιάς».
Ένας άλλος δημοφιλής ισχυρισμός είναι ότι η ελληνική είναι «εννοιολογική» ενώ οι άλλες γλώσσες «σημειολογικές», δηλαδή ότι οι ελληνικές λέξεις φέρουν μέσα τους την ουσία των πραγμάτων.
Πρόκειται για μια γοητευτική αλλά φιλοσοφικά προβληματική ιδέα.
Όλες οι γλώσσες είναι συμβολικά συστήματα: οι λέξεις δεν «είναι» τα πράγματα, αλλά τα αναπαριστούν.
Η λέξη «θάλασσα», όσο όμορφη κι αν είναι, δεν περιέχει το νερό, τον ήχο ή την αλμύρα, όπως ακριβώς και η λέξη sea στα αγγλικά ή mer στα γαλλικά.
Γιατί, όμως, αυτές οι αντιλήψεις επιμένουν;
Εδώ αγγίζουμε κάτι βαθύτερο: τη σχέση της γλώσσας με την ταυτότητα.
Σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης και πολιτισμικής ανασφάλειας, η τάση να «εξιδανικεύουμε» τη γλώσσα μας λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοεπιβεβαίωσης.
Η ελληνική, φορτισμένη με την κληρονομιά της αρχαιότητας, γίνεται εύκολα πεδίο υπερηφάνειας και, κάποιες φορές, υπερβολής.
Αυτό, όμως, εγκυμονεί έναν κίνδυνο: να χάσουμε την πραγματική αξία της γλώσσας μέσα στον θόρυβο των μύθων.
Γιατί η δύναμη της ελληνικής δεν βρίσκεται σε κάποια «μυστική υπεροχή», αλλά στη ζωντανή της χρήση.
Στον τρόπο που μπορεί να εκφράσει το σύγχρονο βίωμα, να αποδώσει πολιτικές έννοιες, να στηρίξει τη σκέψη, να γεννήσει λογοτεχνία.
Επιστρέφοντας, λοιπόν, στο αρχικό ερώτημα, αν η γλώσσα διαμορφώνει τη σκέψη, η ελληνική περίπτωση δείχνει κάτι πιο σύνθετο.
Δεν είναι ότι μια «ανώτερη» γλώσσα παράγει «ανώτερη» σκέψη.
Είναι ότι κάθε γλώσσα, όταν χρησιμοποιείται δημιουργικά και συνειδητά, μπορεί να καλλιεργήσει βαθύτερη κατανόηση.
Ίσως, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να αποδείξουμε ότι η ελληνική είναι «η καλύτερη γλώσσα», αλλά να τη χρησιμοποιούμε καλύτερα.
Να την κρατήσουμε ζωντανή, ακριβή, ανοιχτή.
Να την εξελίσσουμε, αντί να την τοποθετούμε σε ένα βάθρο.
Γιατί μια γλώσσα δεν τιμάται με μύθους, τιμάται με σωστή χρήση.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Οι διεθνείς ανακατατάξεις ισχύος και η ελληνική ευκαιρία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η μεγάλη παγίδα των δημοψηφισμάτων: Ελλάδα, Βρετανία, Ιταλία
«Κοινωνική πλειοψηφία», η νέα ευφάνταστη επινόηση της Αριστεράς
Η απάτη του υλισμού: Γιατί η επιστήμη δεν έχει λύσει το μυστήριο της συνείδησης
«Λευκές Νύχτες»: Ο Ντοστογιέφσκι απέναντι στη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου
Βοκκάκιος, ο πρώτος Δυτικοευρωπαίος
Ποιος ξεγέλασε τους Τρώες; (Όχι, δεν ήταν ο Οδυσσέας)
Η επιδραστική σκέψη του Γιούργκεν Χάμπερμας στη σημερινή δυτική Δημοκρατία
Όταν ο πόλεμος γίνεται θέαμα: Η νέα, ψηφιακή εποχή της προπαγάνδας
Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται πολιτικό ρεύμα;
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...