Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Η υπόθεση των επισυνδέσεων, που αποτέλεσε για μεγάλο διάστημα πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, εξελίσσεται πλέον σε ένα ιδιότυπο στρατηγικό πλεονέκτημα για την κυβέρνηση, καθώς κάθε κίνηση της αντιπολίτευσης, είναι πλέον οφθαλμοφανές ότι ενισχύει τη δική της θέση.
Από την πρώτη στιγμή, η κυβερνητική επιλογή ήταν σαφής: θεσμική διαχείριση, διαφάνεια εντός των ορίων του νόμου και μεταφορά της συζήτησης από το πεδίο της καταγγελίας στο πεδίο των αποδείξεων.
Η ενεργοποίηση της Βουλής, μέσω εξεταστικών διαδικασιών και συζητήσεων σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, έδωσε στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως δύναμη που δεν αποφεύγει τον έλεγχο, αλλά τον επιδιώκει.
Αντίθετα, η αντιπολίτευση, επενδύοντας σε υψηλούς τόνους και κατηγορίες που όμως δεν απαντούν στο κυρίαρχο ερώτημα «υπήρξε έστω μια κυβέρνηση μετά το 1974 που δεν έκανε επισυνδέσεις;», συχνά εγκλωβίζεται σε μια ρητορική που δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη τεκμηρίωση, ενισχύοντας έτσι το κυβερνητικό επιχείρημα περί «πολιτικής υπερβολής».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.
Η κυβέρνηση, επιμένοντας ότι η τελική κρίση ανήκει αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη, μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την πολιτική αντιπαράθεση στη θεσμική αξιολόγηση.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Κάθε καθυστέρηση ή πολυπλοκότητα της δικαστικής διαδικασίας, που η αντιπολίτευση επιχειρεί να αξιοποιήσει επικριτικά, λειτουργεί τελικά υπέρ της κυβερνητικής γραμμής: ότι πρόκειται για μια σύνθετη υπόθεση που απαιτεί σοβαρότητα και όχι επιδερμική πολιτική εκμετάλλευση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ρόλος των Ανεξάρτητων Αρχών, με την κυβέρνηση να προβάλλει τη λειτουργία τους ως απόδειξη ότι το κράτος δικαίου όχι μόνο δεν υπονομεύεται, αλλά ενεργοποιείται πλήρως.
Οι παρεμβάσεις και οι έλεγχοι που έχουν πραγματοποιηθεί προσδίδουν μια εικόνα θεσμικής κινητικότητας, την οποία η κυβέρνηση αξιοποιεί για να υπογραμμίσει ότι οι μηχανισμοί ελέγχου λειτουργούν κανονικά.
Από εκεί και πέρα, είναι σαφές ότι υπόθεση αφορά και σε κρατικές υποθέσεις που είναι σε βάρος της χώρας να έρχονται στη δημοσιότητα.
Για παράδειγμα, κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται «πώς συνελήφθη το στέλεχος της Πολεμικής Αεροπορίας που πουλούσε κρατικά μυστικά στην Κίνα;»
Η ποικιλώνυμη αντιπολίτευση, για πολλοστή φορά με επιδερμικό κι αβασάνιστο τρόπο, νομίζει ότι θα προσποριστεί πολιτικά οφέλη αν «καταγγείλει» στα μάτια της κοινής γνώμης τις υποκλοπές, τις οποίες ΚΑΙ Η ΙΔΙΑ ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΣΕ!
Καθοριστικό είναι και το νομοθετικό αποτύπωμα της υπόθεσης.
Οι αλλαγές στο πλαίσιο των επισυνδέσεων, με αυστηρότερες εγγυήσεις και διαδικασίες, επιτρέπουν στην κυβέρνηση να εμφανίζεται όχι μόνο ως διαχειριστής μιας κρίσης, αλλά και ως δύναμη μεταρρύθμισης.
Με άλλα λόγια, η κρίση μετατρέπεται σε ευκαιρία θεσμικής ενίσχυσης.
Η αντιπολίτευση, επιμένοντας ότι οι παρεμβάσεις αυτές είναι ανεπαρκείς, ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι η κυβέρνηση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, έστω και αν, κατά την ίδια, δεν προχωρά αρκετά μακριά.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, είναι το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης.
Η πρωτοβουλία για προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή, αλλά και οι (μάλλον ατελέσφορες) διεργασίες για πιθανή πρόταση δυσπιστίας, δημιουργούν ένα σκηνικό κορύφωσης που η κυβέρνηση δείχνει να επιδιώκει.
Μια τέτοια συζήτηση «εφ’ όλης της ύλης» δίνει στο κυβερνητικό επιτελείο τη δυνατότητα να αναδείξει συνολικά το έργο του, να αντιπαρατεθεί με όρους πολιτικής ουσίας και να θέσει διλήμματα στα οποία η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να απαντήσει ενιαία.
Ιδίως η κινητικότητα μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης για την κατάθεση πρότασης δυσπιστίας ενδέχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης υπέρ της κυβέρνησης.
Από τη μία πλευρά, αναδεικνύει τις αριθμητικές αδυναμίες των κομμάτων, από την άλλη όμως, και κυρίως, φωτίζει τις πολιτικές τους αντιφάσεις.
Η ανάγκη συνεννόησης μεταξύ διαφορετικών πολιτικών χώρων εκθέτει τις στρατηγικές τους αμφισημίες και ενισχύει το κυβερνητικό επιχείρημα ότι δεν υπάρχει συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση εμφανίζεται να μετατρέπει μια δύσκολη υπόθεση σε πεδίο πολιτικής αντεπίθεσης.
Η επιμονή στη θεσμική οδό, η αποφυγή δραματικών τόνων και η ανάδειξη μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων συγκροτούν ένα αφήγημα σταθερότητας και σοβαρότητας.
Αντίθετα, η αντιπολίτευση, επιλέγοντας την κλιμάκωση, ενδέχεται να οδηγηθεί σε μια υπερέκθεση που τελικά θα λειτουργήσει εις βάρος της.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι, ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης της υπόθεσης σε θεσμικό επίπεδο, η πολιτική της διάσταση έχει ήδη αρχίσει να αναδιαμορφώνεται.
Και σε αυτή τη νέα φάση, η κυβέρνηση φαίνεται να έχει καταφέρει κάτι κρίσιμο: να μετατρέψει την πίεση σε πλεονέκτημα και την αμφισβήτηση σε ευκαιρία επιβεβαίωσης της πολιτικής της κυριαρχίας.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Αρχίζει η μεγάλη μάχη Ορθολογισμού - λαϊκισμού με φόντο τις εκλογές του 2027 (video)
Ήρθε η ώρα να χτυπήσουμε την πολιτική ισχύ του λαϊκισμού
Ελλάδα, Τουρκία και η σιωπηλή γλώσσα της ισχύος
Όμηρος, η ερώτηση που ο Ελληνισμός δεν έχει απαντήσει ακόμα
Κικέρων, ο διανοητής που συνέδεσε την πολιτική με τη φιλοσοφία
Η πρόταση Μητσοτάκη για το Σύνταγμα: Λιγότερη αυθαιρεσία, περισσότερη λογοδοσία
Όποιος σπέρνει κοινωνική οργή, θερίζει γιγάντωση της Ακροδεξιά
Ο Αριστοτέλης και η τέχνη τού να ζούμε καλά
Θλιβερός εμποράκος ενός κίβδηλου ψευτοπατριωτισμού
Κατίνα Παξινού, η απόλυτη τραγωδός
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...