Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Η Ελλάδα έχει μια πολιτική ιδιορρυθμία που διαφεύγει συχνά από τις πολιτικές αναλύσεις: εδώ οι εκλογές εκτός από κορυφαίος πολιτικός θεσμός, γίνεται συχνά κι ένα εργαλείο της εκάστοτε εξουσίας.
Δεν υπάρχει χώρα στην Ευρώπη όπου η «εντύπωση» εκλογικής κινητικότητας να παράγει τόση πολιτική πίεση πριν ακόμη στηθούν οι κάλπες.
Και σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει καταφέρει να μετατρέψει τη φιλολογία περί πρόωρων εκλογών όχι σε απειλή, αλλά σε στρατηγικό όπλο.
Όσο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το «πότε», τόσο απομακρύνεται από το «τι» και το «γιατί». Και το κενό αυτό το γεμίζει σταθερά το Μέγαρο Μαξίμου.
Η αλήθεια είναι απλή: η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να επωφελείται από την ατμόσφαιρα που δημιουργεί η πιθανότητας πρόωρων εκλογών, ακόμη κι αν δεν προτίθεται να τη μετατρέψει σε πραγματικότητα.
Κι αυτό, γιατί όσο βρίσκεται στο τραπέζι το ενδεχόμενο μιας αιφνιδιαστικής κάλπης, η πολιτική ατζέντα παύει να καθορίζεται από τα ζητήματα που θέτει η αντιπολίτευση και επικεντρώνεται στην πρόθεση του πρωθυπουργού.
Ακόμη και οι αντίπαλοι της κυβέρνησης, με τις συνεχείς δηλώσεις τους περί «σεναρίων», «διαρροών», «πολιτικού αιφνιδιασμού», γίνονται άθελά τους φορείς ενός αφηγήματος που δεν ελέγχουν.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Η κυβέρνηση μιλάει μόνο όταν θέλει, για ό,τι θέλει, και οι υπόλοιποι συζητούν για αυτά που εκείνη θα μπορούσε να κάνει.
Αυτή η αντιστροφή ρόλων είναι το πρώτο μεγάλο κέρδος της: η κυβέρνηση εμφανίζεται ως ο μοναδικός φορέας πολιτικών πρωτοβουλιών.
Οι άλλοι ακολουθούν.
Ταυτόχρονα, όμως, η φιλολογία περί εκλογών λειτουργεί ως όπλο φθοράς για κάθε αντίπαλο σχήμα.
Είναι σε όλους γνωστό ότι το πολιτικό τοπίο της αντιπολίτευσης βρίσκεται σε πλήρη αναδιάταξη: Η Αριστερά μέσα από την αναμενόμενη πολιτική πρωτοβουλία Τσίπρα, αναζητεί νέα ταυτότητα, νέες συμμαχίες, νέα αφηγήματα.
Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να αποκτήσει σαφή προσανατολισμό, μετά και το συνέδριό του.
Επιμέρους πρωτοβουλίες της Κεντροαριστεράς αλλά και προερχόμενες από πρόσωπα εκτός πολιτικής (πχ Καρυστιανού) προσπαθούν να συγκροτήσουν δημόσιο λόγο.
Σε όλα αυτά, ο χρόνος είναι καθοριστικός παράγοντας.
Και η κυβέρνηση, κρατώντας στα χέρια της το «ρολόι» των εκλογών, μπορεί να τον επιταχύνει ή να τον επιβραδύνει κατά το δοκούν.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η αντιπολίτευση αναγκάζεται να εκτεθεί στον δημόσιο χώρο νωρίτερα απ’ όσο θέλει.
Να παρουσιάσει πολιτικά σχέδια πριν τα ολοκληρώσει.
Να επισπεύσει εσωτερικές διαδικασίες πριν αυτές κατασταλάξουν.
Να δώσει λεπτομέρειες, πρόσωπα, θέσεις, χωρίς να έχει εξασφαλίσει τη δυνατότητα να τα επικοινωνήσει οργανωμένα.
Από τη στιγμή που αιωρείται το ενδεχόμενο εκλογικού αιφνιδιασμού, κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να «περιμένει».
Η ίδια η συζήτηση το αναγκάζει να βγει μπροστά και, άρα, να εκτεθεί σε κριτική, σε ενδεχόμενα λάθη, σε εσωτερικές αναταράξεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση έχει το δεύτερο μεγάλο κέρδος της: προκαλεί φθορά στους αντιπάλους της χωρίς καν να τους αγγίξει.
Δεν χρειάζεται να αντιπαρατεθεί πολιτικά.
Αρκεί να συντηρεί εντέχνως την αβεβαιότητα: Παράγοντες της συμπολίτευσης να αφήνουν να διαρρεύσουν σκέψεις, πληροφορίες, συμπεράσματα για πρόωρες εκλογές, κι ο Κυριάκος Μητσοτάκης να τις αρνείται.
Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο βρίσκεται διαχρονικά σε κατάσταση πολιτικής αναμονής.
Το κόμμα χρειάζεται χρόνο για να ανασυγκροτηθεί οργανωτικά, να χτίσει σαφές αφήγημα και να επανέλθει στη δημόσια συζήτηση ως δύναμη εξουσίας.
Η φιλολογία περί πρόωρων εκλογών, το αναγκάζει να επισπεύσει σε όλα τα επίπεδα και να απαντήσει σε μια χρονική πίεση που δεν προκάλεσε το ίδιο.
Το αποτέλεσμα είναι ότι εμφανίζεται συνεχώς μισό βήμα πίσω, όχι επειδή υστερεί πολιτικά, αλλά επειδή άλλος καθορίζει τον ρυθμό.
Αλλά και η αριστερή κινητικότητα του Αλέξη Τσίπρα, που βρίσκεται στη φάση μιας ριζικής επανεκκίνησης, επηρεάζεται εξίσου από αυτή την τεχνητή πίεση χρόνου.
Ένα κόμμα που επανιδρύεται, χρειάζεται πολιτική ηρεμία, όχι προεκλογική νευρικότητα.
Χρειάζεται να διαμορφώσει προγραμματική βάση, όχι να απαντά σε ερωτήματα του τύπου «αν θα είναι έτοιμο για εκλογές τον Ιούνιο ή τον Σεπτέμβριο».
Η σχετική φιλολογία, του αφαιρεί το πολιτικό οξυγόνο.
Μέσα σε όλα αυτά, η κυβέρνηση εμφανίζεται ως ο μόνος πόλος σταθερότητας.
Έχει την πολυτέλεια να δηλώνει πως «δεν υπάρχει λόγος για πρόωρες εκλογές», ενώ ταυτόχρονα διατηρεί όλους τους αντιπάλους της, σε κατάσταση προϊούσας ανασφάλειας.
Μπορεί να τοποθετείται θεσμικά, «θα εξαντλήσουμε την τετραετία για το καλό της χώρας», αλλά να αφήνει ταυτόχρονα να αιωρείται το μήνυμα ότι «αν χρειαστεί, είμαστε έτοιμοι».
Δεν δεσμεύεται.
Δεν εκτίθεται.
Δεν χάνει.
Η αμφισημία λειτουργεί υπέρ της.
Ακριβώς επειδή ελέγχει το πλαίσιο, η κυβέρνηση δεν έχει κανέναν λόγο να πάει σε εκλογές.
Χρειάζεται κι αυτή περισσότερο χρόνο για την επιτυχή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης (που τελειώνει το καλοκαίρι) για να μη χαθούν πάνω από 6 δις ευρώ. Επίσης χρειάζεται χρόνο για να συσπειρώσει περισσότερο την πολιτική της βάση και να θέσει με ενάργεια τα κεντρικά πολιτικά- εκλογικά διλήμματα πάνω στα οποία θα τοποθετηθούν οι πολίτες στις κάλπες.
Αυτά δεν τα έχει δρομολογήσει πλήρως ακόμα.
Άρα θέλει κι εκείνη χρόνο.
Παράλληλα, όμως, έχει κάθε λόγο να κρατάει ανοιχτή την εντύπωση ότι θα μπορούσε να προκηρύξει πρόωρες εκλογές.
Το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε διαρκή κατάσταση επιφυλακής, η αντιπολίτευση αναγκάζεται να επιταχύνει σε όλα τα επίπεδα και ο δημόσιος διάλογος κινείται κοντά στο κυβερνητικό αφήγημα.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο συμπέρασμα: η φιλολογία περί πρόωρων εκλογών είναι ένα εργαλείο που ωφελεί την κυβέρνηση επειδή λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της πρωτοβουλίας της και ως παράγοντας αποδιοργάνωσης των αντιπάλων της.
Είναι η πιο φθηνή, η πιο ανώδυνη, και ταυτόχρονα η πιο αποτελεσματική μέθοδος για να αναπτύξει το δικό της πολιτικό- εκλογικό σχέδιο, χωρίς να αναλάβει οποιοδήποτε ρίσκο.
Εν τέλει, δεν είναι το πρωτεύον αν οι εκλογές θα γίνουν το 2027.
Σημασία έχει ότι η κυβέρνηση καταφέρνει να συμπεριφέρεται σαν να μπορεί να τις κάνει όποτε αυτή αποφασίσει, ενώ η αντιπολίτευση συμπεριφέρεται σαν να πιστεύει ότι θα τις κάνει αύριο.
Σε αυτή τη συνθήκη, ο μόνος πραγματικός χαμένος είναι όποιος αφήνει τη στρατηγική του να καθορίζεται από τα σενάρια.
Κι αυτός, αυτή τη στιγμή, δεν είναι το Μέγαρο Μαξίμου.
Είναι όλοι οι υπόλοιποι.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Αρχίζει η μεγάλη μάχη Ορθολογισμού - λαϊκισμού με φόντο τις εκλογές του 2027 (video)
Ήρθε η ώρα να χτυπήσουμε την πολιτική ισχύ του λαϊκισμού
Ελλάδα, Τουρκία και η σιωπηλή γλώσσα της ισχύος
Όμηρος, η ερώτηση που ο Ελληνισμός δεν έχει απαντήσει ακόμα
Κικέρων, ο διανοητής που συνέδεσε την πολιτική με τη φιλοσοφία
Η πρόταση Μητσοτάκη για το Σύνταγμα: Λιγότερη αυθαιρεσία, περισσότερη λογοδοσία
Όποιος σπέρνει κοινωνική οργή, θερίζει γιγάντωση της Ακροδεξιά
Ο Αριστοτέλης και η τέχνη τού να ζούμε καλά
Θλιβερός εμποράκος ενός κίβδηλου ψευτοπατριωτισμού
Κατίνα Παξινού, η απόλυτη τραγωδός
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...