Γράφει ο Μάκης Γεωργιάδης
Ο πόλεμος με το Ιράν, όπως επισημαίνει η οικονομική ανάλυση που δημοσιεύεται στο Chatham House, δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε μια παγκόσμια οικονομική κρίση, ακόμη κι αν παραταθεί.
Η πρώτη εντύπωση που δημιουργεί κάθε μεγάλη πολεμική σύγκρουση είναι ότι απειλεί τη συνολική σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας.
Στην πραγματικότητα όμως, η επίδραση τέτοιων συγκρούσεων είναι συχνά πιο περιορισμένη και κυρίως άνισα κατανεμημένη.
Ο λόγος είναι ότι η οικονομική σημασία της ίδιας της Μέσης Ανατολής, σε όρους συνολικής παραγωγής, είναι μικρότερη απ’ όσο συχνά πιστεύεται.
Οι οικονομίες του Περσικού Κόλπου αντιπροσωπεύουν μόλις ένα μικρό ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια σοβαρή ύφεση στην περιοχή δεν θα μπορούσε από μόνη της να προκαλέσει παγκόσμια οικονομική κατάρρευση.
Η πραγματική σημασία της περιοχής δεν βρίσκεται τόσο στην παραγωγή αγαθών όσο στον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου.
Η Μέση Ανατολή αποτελεί κρίσιμο κρίκο του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος, κυρίως λόγω των θαλάσσιων διαδρομών μέσω των οποίων διακινείται το πετρέλαιο και το υγροποιημένο φυσικό αέριο.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα «στρατηγικά περάσματα» της παγκόσμιας οικονομίας.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Από εκεί διέρχεται περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και ένα σημαντικό ποσοστό των διεθνών αποστολών LNG.
Μια σοβαρή διαταραχή σε αυτή τη θαλάσσια οδό θα είχε άμεσες συνέπειες στις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Με άλλα λόγια, η γεωοικονομική σημασία της περιοχής δεν προκύπτει τόσο από το μέγεθος των οικονομιών της όσο από τη θέση της στο ενεργειακό σύστημα του πλανήτη.
Όταν αυξάνονται οι τιμές της ενέργειας, συμβαίνει κάτι που οι οικονομολόγοι περιγράφουν ως μεταβολή στους «όρους εμπορίου».
Στην πράξη, πρόκειται για μια μεταφορά εισοδήματος από τις χώρες που εισάγουν ενέργεια προς εκείνες που την εξάγουν.
Με άλλα λόγια, η άνοδος του πετρελαίου λειτουργεί σαν ένας έμμεσος παγκόσμιος φόρος υπέρ των ενεργειακών παραγωγών.
Αυτό σημαίνει ότι σε μια τέτοια συγκυρία εμφανίζονται και κερδισμένοι.
Μεγάλοι εξαγωγείς ενέργειας όπως η Νορβηγία, ο Καναδάς ή η Ρωσία έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν άμεσα από την αύξηση των τιμών, καθώς τα έσοδα από τις εξαγωγές τους αυξάνονται.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως επισημαίνει το ChathamHouse.
Στις προηγούμενες δεκαετίες η αμερικανική οικονομία ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο.
Η λεγόμενη «επανάσταση του σχιστολιθικού πετρελαίου» όμως άλλαξε δραστικά αυτή την εικόνα.
Σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα ενέργειας.
Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική οικονομία είναι πολύ λιγότερο ευάλωτη σε διεθνή ενεργειακά σοκ από ό,τι στο παρελθόν.
Παρότι οι Αμερικανοί καταναλωτές εξακολουθούν να επηρεάζονται από την αύξηση των τιμών καυσίμων, ο ενεργειακός τομέας της χώρας (και οι επενδυτές του) μπορεί να επωφεληθεί σημαντικά.
Το αποτέλεσμα είναι ότι τέτοιες κρίσεις συχνά ενισχύουν τη σχετική οικονομική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών σε σύγκριση με άλλες μεγάλες οικονομίες.
Αντίθετα, οι χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενέργειας είναι εκείνες που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες.
Μεγάλες ασιατικές οικονομίες όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Ινδία και η Κίνα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Για αυτές τις χώρες η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου μεταφράζεται σε υψηλότερο πληθωρισμό, αύξηση του κόστους παραγωγής και μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.
Όταν η ενέργεια ακριβαίνει, το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται και η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται.
Η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη σε αυτό το είδος σοκ.
Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έδειξε πόσο εύθραυστο μπορεί να αποδειχθεί το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα όταν διαταράσσονται οι διεθνείς αγορές.
Παρά τις προσπάθειες διαφοροποίησης των προμηθειών και τη στροφή προς το υγροποιημένο φυσικό αέριο, η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας.
Αν οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αυξηθούν σημαντικά, ο πληθωρισμός θα ενισχυθεί ξανά και οι κεντρικές τράπεζες θα δυσκολευτούν να μειώσουν τα επιτόκια.
Αυτό θα μπορούσε να καθυστερήσει την οικονομική ανάκαμψη της ηπείρου.
Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος για ορισμένες αναδυόμενες οικονομίες.
Σε πολλές από αυτές τις χώρες οι τιμές ενέργειας επιδοτούνται από το κράτος, προκειμένου να προστατευθούν τα νοικοκυριά από αυξήσεις στο κόστος ζωής.
Όταν όμως οι διεθνείς τιμές ανεβαίνουν, το δημοσιονομικό βάρος μεταφέρεται στο κράτος.
Αν οι κυβερνήσεις διαθέτουν ισχυρά δημόσια οικονομικά, μπορούν να απορροφήσουν προσωρινά το σοκ.
Όταν όμως τα δημοσιονομικά είναι ήδη εύθραυστα, η αύξηση των ενεργειακών δαπανών μπορεί να οδηγήσει σε κρίση χρέους ή σε αναταραχή στις αγορές ομολόγων.
Χώρες όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία ή το Πακιστάν θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες σε ένα τέτοιο σενάριο.
Για την Ελλάδα, η εικόνα είναι σύνθετη.
Από τη μία πλευρά, η χώρα παραμένει ενεργειακά εξαρτημένη από εισαγωγές, γεγονός που σημαίνει ότι μια σημαντική αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου θα επηρέαζε άμεσα τον πληθωρισμό και το κόστος ζωής.
Από την άλλη πλευρά, η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, οι υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου και ο ισχυρός ναυτιλιακός τομέας της προσφέρουν ορισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα στο νέο ενεργειακό περιβάλλον.
Έτσι, αν και μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα δημιουργούσε πιέσεις στην οικονομία, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να παραμείνουν διαχειρίσιμες, ιδίως αν οι τιμές πετρελαίου δεν υπερβούν δραματικά τα σημερινά επίπεδα.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι οικονομικές επιπτώσεις μιας τέτοιας σύγκρουσης δεν κατανέμονται ομοιόμορφα.
Ο πόλεμος μπορεί να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές ζημιές στην ίδια την περιοχή και να δημιουργήσει πιέσεις στις αγορές ενέργειας, όμως η παγκόσμια οικονομία διαθέτει σήμερα μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από ό,τι σε προηγούμενες δεκαετίες.
Αν οι ενεργειακές τιμές παραμείνουν σχετικά ελεγχόμενες και η σύγκρουση δεν οδηγήσει σε σοβαρή διακοπή των θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου, τότε το διεθνές οικονομικό σύστημα πιθανότατα θα απορροφήσει το σοκ χωρίς τις μεγάλες αναταράξεις που συχνά φοβούνται οι αγορές.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Αρχίζει η μεγάλη μάχη Ορθολογισμού - λαϊκισμού με φόντο τις εκλογές του 2027 (video)
Ήρθε η ώρα να χτυπήσουμε την πολιτική ισχύ του λαϊκισμού
Ελλάδα, Τουρκία και η σιωπηλή γλώσσα της ισχύος
Όμηρος, η ερώτηση που ο Ελληνισμός δεν έχει απαντήσει ακόμα
Κικέρων, ο διανοητής που συνέδεσε την πολιτική με τη φιλοσοφία
Η πρόταση Μητσοτάκη για το Σύνταγμα: Λιγότερη αυθαιρεσία, περισσότερη λογοδοσία
Όποιος σπέρνει κοινωνική οργή, θερίζει γιγάντωση της Ακροδεξιά
Ο Αριστοτέλης και η τέχνη τού να ζούμε καλά
Θλιβερός εμποράκος ενός κίβδηλου ψευτοπατριωτισμού
Κατίνα Παξινού, η απόλυτη τραγωδός
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...