Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Η ερώτηση αν ο κόσμος της δεκαετίας του 1990 ήταν καλύτερος από τη σημερινή δεν είναι απλώς νοσταλγική.
Είναι βαθιά φιλοσοφική και πολιτική.
Στο πρόσφατο άρθρο του, ο οικονομολόγος Μπράνκο Μιλάνοβιτς σχολιάζει εκείνη την περίοδο όχι ως μια «χρυσή εποχή», αλλά ως μια εποχή γεμάτων υποσχέσεις που αποδείχτηκαν ψευδείς και ιδέες που σχεδόν όλες απέτυχαν.
Πολλοί θυμούνται τα ’90s ως καιρό σχετικής ευημερίας, όταν η Σοβιετική Ένωση είχε καταρρεύσει, ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε, η παγκοσμιοποίηση φαινόταν μια μεγάλη ευκαιρία, και ο κόσμος έμοιαζε να ανοίγει δρόμους που θα έφερναν ανάπτυξη και ειρήνη.
Αλλά αυτή η εικόνα δύσκολα τεκμηριώνεται ως θεμελιώδης αλήθεια: οι βασικές πολιτικές και οικονομικές ιδέες που κυριάρχησαν τότε αποδείχθηκαν λάθος ή επιφανειακές.
Για παράδειγμα, η πεποίθηση ότι η παραγωγική- οικονομική- χρηματοπιστωτική απελευθέρωση θα έφερνε ευημερία σε όλους απέτυχε δραματικά, καθώς γίναμε μάρτυρες το 2007–08, όταν η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση ξέσπασε, με σοβαρές συνέπειες για εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ η «ποιότητα ζωής» δεν βελτιώθηκε αναλογικά με τις προοπτικές που είχαν διατυπωθεί.
Οι ιδέες που μας γοήτευσαν και μας απογοήτευσαν
Στην ουσία του, ο κόσμος του 1990 βασίστηκε σε τέσσερις μεγάλες ιδέες που, όπως φάνηκε, δεν άντεξαν στον χρόνο:
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
1 Ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι πανάκεια: Η πεποίθηση ότι η χρηματοπιστωτική απελευθέρωση θα έφερνε σταθερή ανάπτυξη και ευημερία μπήκε στο προσκήνιο με την ιδέα ότι «όποιος θέλει μπορεί να δανειστεί και να πλουτίσει». Αυτή η «λυτρωτική» προσέγγιση όχι μόνο δεν διανεμήθηκε δίκαια στις κοινωνίες, αλλά τελικά τροφοδότησε κύματα χρέους και κρίσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες και στις πλούσιες οικονομίες.
2 Η πολυπολιτισμικότητα είναι πάντα καλή: Αν και επισήμως υποστηριζόταν, σε πολλές περιπτώσεις οι πολιτικές αυτές οδήγησαν σε διαιρέσεις και αντιφάσεις, οξύνοντας, αντί να μειώνουν, τις κοινωνικές εντάσεις.
3 Η φτώχεια των χωρών οφείλεται στην ανικανότητα τους: Η ιδέα ότι οι φτωχές χώρες θα μπορούσαν εύκολα να πλουτίσουν μόνο με τεχνολογία και σωστή πολιτική αποδείχθηκε ανεπαρκής. Η άνοδος οικονομικών δυνάμεων όπως η Κίνα άλλαξε την αφήγηση, όχι επειδή η «καλή παγκοσμιοποίηση» λειτούργησε, αλλά επειδή οι μηχανές της παγκόσμιας οικονομίας απλά μετατέθηκαν.
4 Το κράτος είναι πρόβλημα: Ο φιλελευθερισμός πίστευε ότι η αγορά μπορεί να τα κάνει όλα καλύτερα. Όμως, σε πολλές περιπτώσεις όπου η κρατική παρέμβαση ήταν απαραίτητη, π.χ. στη ρύθμιση χρηματοπιστωτικών αγορών ή στην υποστήριξη κοινωνικών δικτύων, η απουσία της οδήγησε σε χειρότερα αποτελέσματα.
Σε αυτό το επίπεδο, λοιπόν, η εικόνα ότι η δεκαετία του ’90 ήταν «καλύτερη» απλώς δεν αντέχει στη σοβαρή ανάλυση. Ήταν μια εποχή γεμάτη υποσχέσεις, αλλά και αντιφάσεις που έχουν αφήσει βαθιά σημάδια στην παγκόσμια οικονομία και κοινωνία.
Ελλάδα: Ναι, περνούσαμε καλά – αλλά πάνω σε δανεικά
Αν μεταφέρουμε αυτή την ανάλυση στην Ελλάδα, το ίδιο βασικό συμπέρασμα μένει: ναι, η ζωή στη δεκαετία του ’90 (τουλάχιστον για μεγάλο μέρος της κοινωνίας) φαινόταν καλύτερη, αλλά σε μεγάλο βαθμό αυτό ήταν επιφανειακό.
Στην Ελλάδα των ’90s:
-Υπήρχε υψηλή κατανάλωση και αίσθηση οικονομικής ευημερίας, αλλά σε μεγάλο βαθμό στηρίχθηκε στην ευκαιριακή πρόσβαση σε δανεικά και στην «ευκολία χρήματος».
-Πολιτισμικά, η δεκαετία χαρακτηρίστηκε από διάχυτη αισιοδοξία, ανοίγματα στο εξωτερικό, ισχυρότερη κοινωνική παρουσία της μεσαίας τάξης σε πολλές πόλεις και περισσότερες ευκαιρίες για ταξίδια, εκπαίδευση και κοινωνική συμμετοχή (εν μέρει λόγω και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης).
-Η έννοια του καταναλωτισμού έγινε κομβική: αγορά αυτοκινήτων, συσκευών, εξοχικών, υπηρεσιών και εμπειριών ήταν κεντρική μας μέριμνα. Πολλοί Έλληνες ζούσαν με τη λογική ότι η οικονομία θα συνέχιζε να επεκτείνεται και ότι «το μέλλον θα είναι πάντα καλύτερο». Αυτό το στήριζε και η θετικιστική πλευρά του φιλελευθερισμού.
Αυτή η αίσθηση προόδου, όμως, είχε ένα ψηλό κόστος: διαρκές και αυξανόμενο δανεισμό δημόσιο, ιδιωτικό και τραπεζικό.
Η Ελλάδα, όπως και πολλές άλλες χώρες, κατανάλωνε πριν παράγει πραγματικό, βιώσιμο πλούτο.
Η πρόσβαση σε κεφάλαια και η αύξηση της κατανάλωσης έδιναν την αίσθηση ευημερίας, όμως στην ουσία δεν στηρίζονταν σε θεμελιώδη ουσιαστική παραγωγική ανάπτυξη.
Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα, λοιπόν, μοιάζει με την παγκόσμια αντίφαση των ’90s που επισημαίνει και ο Μιλάνοβιτς: φαίνεται να ζούμε καλύτερα, αλλά χτίζουμε πάνω σε μια βάση που δεν είναι αληθινά βιώσιμη.
Η μεσαία τάξη και ο καταναλωτισμός που μάς τύφλωσε
Στην Ελλάδα, η δεκαετία του ’90 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του 2000 σημαδεύτηκαν από την ενίσχυση της μεσαίας τάξης και την ευγενή επιδίωξη «καλύτερης ζωής», αλλά αυτό συνδέθηκε στενά με:
-Την κατανάλωση αντί της αποταμίευσης,
-την πίστωση αντί της παραγωγής,
-την κατάκτηση ενός «κοινωνικού στάτους» μέσω καταναλωτικών αγαθών.
Η αξία της ζωής δεν μετριόταν από την προσωπική ανάπτυξη, αλλά από τα υλικά αγαθά: αυτοκίνητα, διακοπές, μεγάλα σπίτια, και «καλές» διασκεδάσεις όπως εξόδους, παραλίες, club και μπουζούκια που κυριάρχησαν στη δημόσια ζωή της εποχής.
Αυτό ορισμένοι το θυμούνται με νοσταλγία (τι καλά περνούσαμε με το ΠΑΣΟΚ λένε κάποιοι) αλλά συχνά λησμονούν ότι η βάση αυτού του τρόπου ζωής ήταν δανεικά που τώρα με πόνο και αίμα πληρώνουμε, και όχι ουσιαστική οικονομική βάση.
Το 2010: ένα αναπόφευκτο ξεφούσκωμα
Το σημείο καμπής ήρθε με την κρίση του 2009–2010.
Όχι ως αιφνίδιο γεγονός, αλλά ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που είχε βαθιές ρίζες στις αποφάσεις και τις πολιτικές της προηγούμενης δεκαπενταετίας:
1 Διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας, όπως μικρή παραγωγικότητα, μεγάλο δημόσιο χρέος, έλλειμμα ανταγωνιστικότητας κλπ
2 Αλόγιστος δανεισμός και κατανάλωση ιδιωτών και κράτους και
3 Ένα παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ευάλωτο σε κρίσεις, που κορυφώθηκε το 2008 και μας επηρέασε δυο χρόνια αργότερα.
Η κοινωνία είχε επενδύσει, ψυχολογικά και πρακτικά, στο ότι η ευημερία θα συνεχιζόταν επ’ αόριστον.
Αυτό όμως ήταν ένα είδος «ψευδούς ευημερίας», όχι μια βαθιά, ριζωμένη βελτίωση των παραγωγικών ικανοτήτων, της εργασιακής ασφάλειας ή της κοινωνικής συνοχής.
Οι ιδέες που κυριάρχησαν στα ’90s αποδείχτηκαν είτε λανθασμένες είτε επιφανειακές.
Ακριβώς όπως στην παγκόσμια οικονομία, έτσι και στην Ελλάδα η «ευημερία» αυτής της περιόδου ήταν περισσότερο αποτέλεσμα μιας προσωρινής συγκυρίας που δεν μετράται σε πολιτιστική πληρότητα ή κοινωνική σταθερότητα, αλλά σε δάνεια, σε υπερχρέωση και σε καταναλωτικές αυταπάτες.
Τελικά, ήταν καλύτερο το παρελθόν ή η πραγματικότητα του παρόντος;
Δεν υπάρχει απλή απάντηση.
Ο κόσμος και η Ελλάδα των 1990s είχαν αυθεντικά θετικά στοιχεία: λιγότερες κοινωνικές «αναταράξεις» σε σχέση με τη μετα-2008 εποχή, ευκολότερη πρόσβαση σε πιστώσεις και μια αίσθηση προόδου.
Αλλά αυτά τα θετικά ήταν σε μεγάλο βαθμό φαντασιακά και όχι ουσιαστικά δομικά.
Το 2010 δεν ήταν μια ανώμαλη πτώση, ήταν η φυσική συνέπεια μιας περιόδου που έχτισε περισσότερα όνειρα από όσα μπορούσε να στηρίξει η πραγματική οικονομία.
Αντί να επενδύσουμε στην εκπαίδευση, στη μεταποίηση, στην παραγωγή γνώσης, επιλέξαμε να επενδύσουμε στον καταναλωτισμό.
Αντί να καλλιεργήσουμε υποδομές για το μέλλον, καλλιεργήσαμε μπουζούκια και πισίνες.
Και έτσι, όταν ήρθε η κρίση, πολλοί ανακάλυψαν ότι το «καλύτερο παρελθόν» ήταν περισσότερο κοσμικό αφήγημα από ό,τι πραγματική, βιώσιμη ζωή.
Τουλάχιστον, ας μας γίνει μάθημα για το μέλλον.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί του Κυριάκου Μητσοτάκη;
Η μοναξιά του φιλελευθερισμού στην εποχή των άκρων
Η Ελλάδα από το Grexit στο Eurogroup
Το Ισραήλ πολλοί εμίσησαν, τα όπλα του, όμως, όχι...
Ερνέστος Τσίλλερ, ο μεγάλος αρχιτέκτων που πέθανε πάμπτωχος
Μήπως φθάνουμε στο τέλος του ελεύθερου κόσμου;
Στο μυαλό ενός «αντισυστημικού»
Μπορεί η Ουκρανία να γλιτώσει από μιαν άδικη «ειρήνη»;
Η τραγωδία των Τεμπών και η πολιτική της εκμετάλλευση
Ο φθόνος στην πολιτική είναι το πραγματικά μεγάλο όπλο του λαϊκισμού
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...