Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Τα πρόσφατα στοιχεία της Oxfam που δημοσίευσε ο Guardian, προκαλούν εύλογο προβληματισμό, όχι τόσο για τις εντυπώσεις που προξενούν οι αριθμοί, όσο για το ερώτημα που θέτουν εμμέσως, πλην σαφώς: ποιος σηκώνει το βάρος της κλιματικής μετάβασης και με ποια λογική;
Σύμφωνα με την οργάνωση, το πλουσιότερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού εξάντλησε το «δίκαιο μερίδιό» του στις εκπομπές άνθρακα για το 2026 μέσα στις πρώτες δέκα ημέρες του έτους!!!
Το ακόμη πιο εύπορο 0,1% χρειάστηκε μόλις τρεις ημέρες, από τις 365 της νέας χρονιάς!!!
Τα στοιχεία αυτά δεν οδηγούν αυτομάτως σε ένα απλοϊκό συμπέρασμα του τύπου «ο πλούτος είναι κακός».
Μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν όχι μόνο άδικη, αλλά και πολιτικά αδιέξοδη.
Ο πλούτος, ιστορικά και σήμερα, αποτελεί κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, της καινοτομίας και, υπό προϋποθέσεις, της κοινωνικής προόδου.
Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει πλούτος, αλλά τι πρέπει να συνοδεύει τον πλούτο.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Σε έναν κόσμο που αντιμετωπίζει την κλιματική κρίση ως υπαρξιακή πρόκληση, η συσσώρευση οικονομικής ισχύος χωρίς αντίστοιχη περιβαλλοντική και κοινωνική ευθύνη μετατρέπεται σε πρόβλημα συστημικό.
Όχι επειδή κάποιοι είναι πλούσιοι, αλλά επειδή οι επιλογές τους, κατανάλωσης, μετακίνησης, επενδύσεων, έχουν δυσανάλογο αποτύπωμα.
Και αυτό δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας, αλλά απλής αριθμητικής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι υπερπλούσιοι δεν ευθύνονται μόνο για τις άμεσες εκπομπές τους, αλλά και για τις επενδυτικές αποφάσεις που λαμβάνουν.
Όταν μεγάλα κεφάλαια συνεχίζουν να κατευθύνονται σε ιδιαίτερα ρυπογόνους τομείς, τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από την ατομική συμπεριφορά στη δομή του ίδιου του οικονομικού μοντέλου.
Εκεί ακριβώς γεννιέται η ανάγκη πολιτικής παρέμβασης.
Η έννοια της ευθύνης δεν είναι τιμωρητική.
Αντίθετα, αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της ελευθερίας.
Όσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα επιλογών, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ευθύνη για τις συνέπειές τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η φορολόγηση ιδιαίτερα ρυπογόνων πρακτικών, όπως τα ιδιωτικά αεροσκάφη ή οι επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα χωρίς σχέδιο μετάβασης, δεν συνιστά «πόλεμο κατά του πλούτου», αλλά προσπάθεια εξισορρόπησης.
Η ελληνική πραγματικότητα προσφέρει ένα ενδιαφέρον σημείο σύγκρισης.
Η χώρα μας βρίσκεται σε φάση πράσινης μετάβασης, με σημαντικές επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην εξοικονόμηση και στις υποδομές.
Όμως το κόστος αυτής της μετάβασης δεν κατανέμεται πάντα με δίκαιο τρόπο.
Τα νοικοκυριά καλούνται να προσαρμοστούν (με ενεργειακές αναβαθμίσεις, αλλαγές στον τρόπο μετακίνησης, αυξημένο κόστος σε κάποιες υπηρεσίες) την ώρα που ένα μέρος της οικονομικής ελίτ παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός αυτής της συζήτησης.
Αν η πράσινη μετάβαση γίνει αντιληπτή ως μια διαδικασία που βαραίνει κυρίως τη μεσαία τάξη και τους οικονομικά ασθενέστερους, τότε κινδυνεύει να χάσει τη κοινωνική της νομιμοποίηση.
Και χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση, καμία περιβαλλοντική πολιτική δεν μπορεί να μακροημερεύσει.
Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι οι αντιδράσεις δεν αργούν όταν η μετάβαση εκλαμβάνεται ως άδικη.
Αντίθετα, η ενεργός συμμετοχή των οικονομικά ισχυρότερων (μέσω επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες, μέσω δίκαιης φορολόγησης ρυπογόνων δραστηριοτήτων, μέσω στήριξης της καινοτομίας) μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά.
Όχι μόνο για το περιβάλλον, αλλά και για την οικονομία.
Η πράσινη ανάπτυξη δεν είναι φιλανθρωπία.
Είναι στρατηγική επιλογή μακροπρόθεσμης σταθερότητας.
Η συζήτηση που ανοίγει με αφορμή τα στοιχεία της Oxfam δεν θα έπρεπε να εγκλωβιστεί σε εύκολες αντιπαραθέσεις.
Δεν αφορά το αν «φταίνε οι πλούσιοι», αλλά το αν οι κοινωνίες μπορούν να θέσουν κανόνες που συνδέουν την οικονομική ισχύ με τη συλλογική ευθύνη.
Σε έναν πλανήτη με πεπερασμένους πόρους, αυτό δεν είναι ιδεολογική εμμονή.
Είναι όρος επιβίωσης.
Αν η Ελλάδα θέλει η πράσινη μετάβαση να είναι όχι μόνο φιλόδοξη αλλά και βιώσιμη, οφείλει να ενσωματώσει αυτή τη λογική.
Όχι τιμωρώντας την επιτυχία, αλλά ζητώντας από όσους έχουν περισσότερα να συμβάλουν αναλογικά περισσότερο.
Γιατί τελικά, η πράσινη μετάβαση είναι ζήτημα κοινού μέλλοντος, κι ως τέτοια πρέπει να τη δούμε, κι ως τέτοια πρέπει να σχεδιαστούν πολιτικές γι αυτήν.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί του Κυριάκου Μητσοτάκη;
Η μοναξιά του φιλελευθερισμού στην εποχή των άκρων
Η Ελλάδα από το Grexit στο Eurogroup
Το Ισραήλ πολλοί εμίσησαν, τα όπλα του, όμως, όχι...
Ερνέστος Τσίλλερ, ο μεγάλος αρχιτέκτων που πέθανε πάμπτωχος
Μήπως φθάνουμε στο τέλος του ελεύθερου κόσμου;
Στο μυαλό ενός «αντισυστημικού»
Μπορεί η Ουκρανία να γλιτώσει από μιαν άδικη «ειρήνη»;
Η τραγωδία των Τεμπών και η πολιτική της εκμετάλλευση
Ο φθόνος στην πολιτική είναι το πραγματικά μεγάλο όπλο του λαϊκισμού
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...