Γράφει ο Peter Mair (*)
Παρότι οι άμεσες επιπτώσεις της μπορεί να είναι σχετικά περιορισμένες, η Ευρώπη ασκεί ισχυρή έμμεση επιρροή στα κόμματα και τους τρόπους ανταγωνισμού τους και, υπό αυτή την έννοια, η σημασία της δεν πρέπει να υποτιμάται.
Καταρχάς, η ανάπτυξη ενός κέντρου λήψης αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει διαδραματίσει μεγάλο ρόλο στην εξασθένιση του πολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ των πολιτικών κομμάτων σε εθνικό επίπεδο.
Αυτό έχει συμβεί με δυο τρόπους.
Ο πρώτος και πιο προφανής είναι ότι μια μεγάλη επίπτωση της Ευρώπης είναι ο περιορισμός του πολιτικού χώρου που είναι διαθέσιμος στα αντίπαλα κόμματα.
Αυτό συμβαίνει όταν οι πολιτικές εσκεμμένα εναρμονίζονται και όταν βρίσκονται αντιμέτωπες με αναγκαστική συμμόρφωση εντός της Ένωσης.
Δηλαδή, πηγάζει από την υιοθέτηση του κοινοτικού κεκτημένου και την αποδοχή, τουλάχιστον σε ορισμένους τομείς πολιτικής, του κανόνα μιας κοινής προσέγγισης για όλους.
Οι εθνικές κυβερνήσεις μπορεί να εξακολουθούν να διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των απαιτήσεων για σύγκλιση, φυσικά, και, υπό την έννοια αυτή, μπορεί να παραμένει ένας βαθμός διαφοροποίησης από το ένα πολιτικό σύστημα στο άλλο.
Αλλά ακόμα και όταν οι ερμηνείες αυτές διαφέρουν μεταξύ των χωρών, σπανίως εμφανίζονται να διαφέρουν, τουλάχιστον στην κύρια πολιτική σκηνή, εντός των χώρων.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Έτσι, ακόμα και όταν ένα κράτος μέλος προσπαθεί να βρει τρόπο να μην εφαρμόσει ή να αποφύγει μια πολιτική, αυτό συνήθως συμβαίνει μετά από συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης και, συνεπώς, ο πολιτικός χώρος παραμένει περιορισμένος και το συγκεκριμένο ζήτημα σπανίως πολιτικοποιείται.
Δεύτερον, η Ευρώπη περιορίζει τις δυνατότητες των εθνικών κυβερνήσεων και συνεπώς και τις δυνατότητες των κομμάτων που συμμετέχουν στις κυβερνήσεις αυτές, ελαττώνοντας το εύρος των πολιτικών οργάνων που έχουν στη διάθεσή τους και περιορίζοντας έτσι το ρεπερτόριο τους.
Αυτό συμβαίνει μέσω της ανάθεσης της λήψης αποφάσεων από το εθνικό επίπεδο στο ευρωπαϊκό επίπεδο, είτε πρόκειται για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή την Europol ή οποιαδήποτε από τις πολλές ρυθμιστικές αρχές που πλέον υπάρχουν μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε διάφορα επίπεδα.
Αυτοί είναι οι αποκαλούμενοι μη πλειοψηφικοί θεσμοί από τους οποίους τα κόμματα και η πολιτική σκοπίμως εξαιρούνται.
Σε αυτή την περίπτωση η πολιτική αποφασίζεται αξιοκρατικά επί ειδικής νομικής βάσης και, επί της αρχής τουλάχιστον, δεν υπόκειται σε κομματικό έλεγχο.
Αν σκεφτούμε τα κόμματα και τις εθνικές κυβερνήσεις σαν στρατούς που στέλνονται στη μάχη εκ μέρους των υποστηρικτών τους, τότε η επίπτωση αυτής της ανάθεσης στην Ευρώπη, καθώς και σε άλλους μη πλειοψηφικούς θεσμούς σε εθνικό επίπεδο, είναι η μείωση του διαθέσιμου οπλοστασίου τους, αφήνοντάς τους όλο και λιγότερο ικανούς να εκπληρώσουν την αποστολή τους.
Επιπλέον, η Ευρώπη έχει ως επίπτωση την απαγόρευση των άλλοτε τυπικών πολιτικών πρακτικών με τη δικαιολογία ότι παρεμβαίνουν στην ελεύθερη αγορά.
Συγκεκριμένα αγαθά δεν επιτρέπεται πλέον να απαγορεύεται να εισαχθούν ή να πουληθούν, συγκεκριμένες δεξιότητες δεν μπορεί πλέον να θεωρούνται μη επαρκείς, και συγκεκριμένες εθνικές υπηρεσίες δεν μπορεί πλέον να έχουν προνομιακή μεταχείριση.
Επιπλέον, καθώς έχουν ιδρυθεί εταιρείες όπως η χαμηλού κόστους αεροπορική εταιρεία Ryanair ακόμα οι κυβερνήσεις και οι άλλες δημόσιες υπηρεσίες έχουν σοβαρούς περιορισμούς στο βαθμό που μπορούν να προσφέρουν ενισχύσεις ή να βοηθούν συγκεκριμένους κλάδους ή εταιρείες, και είναι επίσης πολύ περιορισμένες στην άλλοτε βασική αρμοδιότητά τους να αποφασίζουν ποια άτομα μπορούν να εισέλθουν ή να εργαστούν εντός της επικράτειάς τους.
Με άλλα λόγια οι πρακτικές που αφορούσαν επιλογή δημόσιων οργάνων και παροχή προνομίων ή διακρίσεων είναι όλο και πιο περιορισμένες και, συνεπώς, οι διαθέσιμες πολιτικές των κυβερνήσεων και των κομμάτων που τις ελέγχουν σταθερά μειώνονται.
Και τα δυο σύνολα περιορισμών έχουν ουσιαστικά ελαττώσει το διακύβευμα του ανταγωνισμού μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και έχουν αμβλύνει τις πιθανές διαφορές που είχαν οι διαδοχικές κυβερνήσεις.
Φυσικά οι εκλογές εξακολουθούν να καθορίζουν τη σύνθεση της κυβέρνησης στις περισσότερες χώρες και, καθώς όλο και περισσότερα κομματικά συστήματα οδηγούνται σε ένα διπολικό σχήμα ανταγωνισμού και προς έναν ανταγωνισμό μεταξύ δυο ομάδων ηγετών, αυτή η πτυχή της εκλογικής διαδικασίας είναι πιθανό να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη σημασία.
Αλλά στο βαθμό που αφορά τις ανταγωνιστικές πολιτικές ή τα ανταγωνιστικά προγράμματα ακόμα η αξία των εκλογών σταθερά μειώνεται.
Χάρη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και όχι μόνο εξαιτίας αυτού του λόγου, ο πολιτικός ανταγωνισμός είναι όλο και περισσότερο αποπολιτικοποιημένος.
Η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης μπορεί να θεωρηθεί ότι προωθεί την αποπολιτικοποίηση και την απεμπλοκή με δυο άλλους τρόπους.
Πρώτον, υπάρχει η απλή επίπτωση της κοινωνικοποίησης, καθώς η ύπαρξη και η σοβαρότητα των ευρωπαϊκών θεσμών και συγκεκριμένα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνηθίζει τους πολίτες να αποδέχονται ότι κυβερνώνται από σώματα που ούτε είναι αντιπροσωπευτικά ούτε έχουν σωστή λογοδοσία.
Η συνέπεια αυτού είναι προφανώς ότι χρειάζεται να δίνεται λιγότερη προσοχή στους θεσμούς εκείνους που, αντιθέτως, είναι αντιπροσωπευτικοί και λογοδοτούν.
Με άλλα λόγια, αν οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται από τους λεγόμενους μη πλειοψηφικούς θεσμούς και θεωρούνται και γίνονται αποδεκτές, τότε πρέπει να τεθούν ερωτήματα σχετικά με τη σημασία ακόμα τη συνάφεια και την ανάγκη να υπάρχουν θεσμοί που εξακολουθούν να εξαρτώνται από την εκλογική διαδικασία.
Εν ολίγοις, η πολιτική χάνει την αξία της στο βαθμό που οι βασικές αποφάσεις λαμβάνονται από μη πολιτικά σώματα.
Δεύτερον, επειδή το Ευρωκοινοβούλιο (το ευρωπαϊκό σώμα που εξαρτάται από την εκλογική διαδικασία) δεν καταφέρνει να κερδίσει τον ενθουσιασμό και τη δέσμευση των πολιτών, μπορεί να είναι υπεύθυνο για τη διάχυση αυτής της διάθεσης στην εθνική πολιτική σκηνή.
Αυτό μπορεί να συμβεί αφενός μέσω της μετάδοσης, όπου η έλλειψη σεβασμού για το Ευρωκοινοβούλιο ως νομοθετικό θεσμό και συγκεκριμένα για τους ευρωβουλευτές που συμμετέχουν σε αυτό μπορεί να τροφοδοτήσει, ή να ενθαρρύνει την τροφοδότηση, αντίστοιχης έλλειψης σεβασμού για τα εθνικά κοινοβούλια και τους εθνικούς αντιπροσώπους.
Αν ένα εκλεγμένο σώμα θεωρείται αναποτελεσματικό και ότι ενδιαφέρεται μόνο για την ύπαρξη του κόμμα τότε γιατί να μη συμβαίνει το ίδιο και με τα υπόλοιπα;
Αφετέρου, μπορεί να συμβεί μέσω μιας διαδικασίας μάθησης όπου με το να μην ψηφίζουν στις ευρωπαϊκές εκλογές οι πολίτες μπορεί να μάθουν ότι είναι επίσης δυνατό και μη προβληματικό να μην ψηφίζουν στις εθνικές εκλογές.
Αν η ψήφος θεωρείται καθήκον, τότε η αμέλεια καθήκοντος στον ένα πολιτικό στίβο μπορεί να ενθαρρύνει την αμέλεια σε άλλους στίβους, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών εκλογών.
Και αν η ψηφοφορία είναι συνήθεια, τότε ακόμα και μια εμπειρία αποχής μπορεί να αρκεί για να σταματήσει αυτή η συνήθεια.
Με άλλα λόγια, μέσω του εκδημοκρατισμού του Ευρωκοινοβουλίου οι ιδρυτές της Ευρώπης μπορεί να έχουν άθελά τους συνεισφέρει στην απαξίωση της εκλογικής διαδικασίας στο σύνολό της.
Αν συνδυάσουν όλους αυτούς τους συντελεστές, αυτό που βλέπουμε είναι ότι η μείωση της διακύβευσης του πολιτικού ανταγωνισμού σε εθνικό επίπεδο μαζί με την ευρύτερη διαδικασία αποπολιτικοποίησης στην οποία συνεισφέρει η Ευρώπη, συμβάλλει στην υποβάθμιση της πραγματικής και αντιληπτής σημασίας της παραδοσιακής δημοκρατικής διαδικασίας: εφόσον η πολιτική έχει λιγότερη βαρύτητα τότε το ίδιο ισχύει και για τη δημοκρατία, τουλάχιστον υπό την έννοια της λαϊκής συμμετοχής και της εκλογικής λογοδοσίας.
Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο το γνώριμο δημοκρατικό έλλειμμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και μια σειρά από εγχώρια δημοκρατικά ελλείμματα εντός των χωρών- μελών.
Επειδή η δημοκρατική λήψη αποφάσεων αποδεικνύεται οριακή στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε υπερεθνικό επίπεδο, έχει επίσης την τάση να χάνει την αξία της στη λειτουργία των διαφόρων χωρών μελών σε εθνικό επίπεδο.
Υπό την έννοια αυτή, μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι Ευρωπαίοι πολίτες μαθαίνουν να ζουν με την απουσία αποτελεσματικής συμμετοχικής δημοκρατίας.
Επίσης, μαθαίνουν να ζουν με μια αυξανόμενη απουσία πολιτικής.
Διότι ενώ η ευρωπαϊκή ενοποίηση εξυπηρετεί την αποπολιτικοποίηση μεγάλου μέρους της διαδικασίας άσκησης πολιτικής σε εθνικό επίπεδο (ελαττώνοντας το εύρος της πολιτικής, τα όργανα και το ρεπερτόριο που είναι διαθέσιμα στις εθνικές κυβερνήσεις και στα κόμματα που τις οργανώνουν), αποτυγχάνει να αντισταθμίσει αυτή τη μείωση με ανάλογη πολιτικοποίηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Είναι αλήθεια ότι μερική επαναπολιτικοποίηση μπορεί να παρατηρηθεί στην αυξανόμενη διαμάχη σχετικά με το ζήτημα του εξευρωπαϊσμού, καθώς και την αναθέρμανση, μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρώην αδρανών περιφερειακών ή εδαφικών γραμμών σύγκρουσης.
Μέχρι στιγμής, όμως, αυτό συμβαίνει μόνο σε πολύ περιορισμένη κλίμακα, η οποία είναι πολύ μικρή για να μετρηθεί.
Η πολιτική σύγκρουση, υπό την έννοια αυτή, καθίσταται άκυρη στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση!
Το ερώτημα είναι: θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό;-
(*) «Κυβερνώντας το Κενό- Η εξασθένιση της Δυτικής Δημοκρατίας», εκδόσεις Επίκεντρο, Αθήνα 2020, σελ 162
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί του Κυριάκου Μητσοτάκη;
Η μοναξιά του φιλελευθερισμού στην εποχή των άκρων
Η Ελλάδα από το Grexit στο Eurogroup
Το Ισραήλ πολλοί εμίσησαν, τα όπλα του, όμως, όχι...
Ερνέστος Τσίλλερ, ο μεγάλος αρχιτέκτων που πέθανε πάμπτωχος
Μήπως φθάνουμε στο τέλος του ελεύθερου κόσμου;
Στο μυαλό ενός «αντισυστημικού»
Μπορεί η Ουκρανία να γλιτώσει από μιαν άδικη «ειρήνη»;
Η τραγωδία των Τεμπών και η πολιτική της εκμετάλλευση
Ο φθόνος στην πολιτική είναι το πραγματικά μεγάλο όπλο του λαϊκισμού
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...