Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης τα Χριστούγεννα υπήρξαν κάποτε ύποπτη γιορτή, σχεδόν απαγορευμένη.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ.
Όχι επειδή οι Έλληνες υπήρξαν πάντοτε «ευσεβέστεροι», αλλά επειδή η ορθόδοξη παράδοση δεν αντιμετώπισε ποτέ τη Γέννηση του Χριστού ως μια απλή επέτειο που απαιτεί σιωπή και αυστηρότητα.
Από τα κάλαντα μέχρι το κοινό τραπέζι, από τη λειτουργία μέχρι το γλέντι, τα Χριστούγεννα ήταν ανέκαθεν γιορτή ζωής.
Κι όμως, το ερώτημα παραμένει επίκαιρο: γιατί γιορτάζουμε;
Γιατί δεν περιοριζόμαστε στη λατρεία, στην εκκλησία, στη νηστεία και στην κατάνυξη;
Γιατί τραπέζια, μουσικές, φώτα, επισκέψεις, θόρυβος;
Η απάντηση βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα της ορθόδοξης θεολογίας.
Η Γέννηση του Χριστού δεν είναι μια αφηρημένη θρησκευτική ιδέα.
Είναι η Ενσάρκωση: ο Θεός που γίνεται άνθρωπος, που μπαίνει στον χρόνο, στην ύλη, στη φτώχεια, στην καθημερινότητα.
Δεν έρχεται ως ιδέα, αλλά ως σώμα.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Και ό,τι αφορά το σώμα, αφορά και τη χαρά, τη συντροφικότητα, το κοινό τραπέζι, τη φωνή.
Γι’ αυτό και η Ορθοδοξία δεν φοβήθηκε ποτέ τη χαρά των Χριστουγέννων.
Τη νοηματοδότησε.
Τη συνέδεσε με το «χαίρετε» των αγγέλων, με το φως μέσα στο σκοτάδι, με την ελπίδα που γεννιέται όχι σε παλάτια αλλά σε σπήλαιο.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην ελληνική παράδοση τα Χριστούγεννα δεν είναι αποκομμένα από την κοινότητα: τα κάλαντα λέγονται πόρτα-πόρτα, το φαγητό μοιράζεται, το χωριό (παλιότερα) κι η γειτονιά (σήμερα) γίνεται ένας ενιαίος χώρος συνάντησης.
Κι όμως, ακόμη και στην Ελλάδα, τα Χριστούγεννα έχουν γίνει συχνά δύσκολα.
Οι οικογένειες σκορπισμένες, οι σχέσεις αραιωμένες, οι παλιές εντάσεις ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια.
Το γιορτινό τραπέζι μπορεί να γίνει αμήχανο, φορτισμένο, ακόμη και επώδυνο.
Η τηλεόραση, ο αγώνας, η «φασαρία» λειτουργούν συχνά ως τρόποι αποφυγής της πραγματικής επαφής.
Όλα αυτά είναι υπαρκτά.
Δεν είναι όμως το κέντρο της γιορτής.
Και όσο περισσότερο χάνουμε το νόημα των Χριστουγέννων, τόσο περισσότερο μας ενοχλούν τα περιφερειακά τους στοιχεία.
Η ορθόδοξη παράδοση δεν ζητά να ωραιοποιήσουμε τα πάντα, αλλά να τα δούμε στη σωστή τους κλίμακα.
Μπροστά στο γεγονός ότι ο Θεός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, οι μικρές μας δυσφορίες μικραίνουν.
Στην Ελλάδα, τα Χριστούγεννα δεν τελειώνουν στις 25 Δεκεμβρίου.
Και αυτό είναι κρίσιμο.
Η γιορτή απλώνεται στον χρόνο και κορυφώνεται στα Θεοφάνια.
Από τη Γέννηση περνάμε στη Φανέρωση: από τη φάτνη στον Ιορδάνη.
Εκεί, ο Χριστός δεν είναι πια βρέφος. Αποκαλύπτεται ως Θεάνθρωπος.
Και μαζί Του φανερώνεται η Αγία Τριάδα.
Δεν πρόκειται απλώς για συνέχεια ενός εορταστικού κύκλου, αλλά για ολοκλήρωση του νοήματος.
Ο αγιασμός των υδάτων, τα ποτάμια και οι θάλασσες που «αγιάζονται», ο σταυρός που βυθίζεται στο νερό, δηλώνουν κάτι βαθιά ελληνικό και βαθιά ορθόδοξο: ότι ο κόσμος δεν απορρίπτεται, αλλά καθαγιάζεται.
Η ύλη δεν είναι εμπόδιο στη σωτηρία, είναι φορέας της.
Το νερό, η θάλασσα, το σώμα, η ιστορία, όλα μπορούν να μεταμορφωθούν.
Σε μια χώρα που ζει με τη θάλασσα, τα Θεοφάνια δεν είναι απλώς τελετουργία.
Είναι εικόνα κοσμοθεωρίας.
Ο Θεός μπαίνει στα νερά μας.
Δεν μας ζητά να φύγουμε από τον κόσμο, αλλά να τον δούμε αλλιώς.
Γι’ αυτό και η χαρά των Χριστουγέννων δεν είναι επιφανειακή.
Δεν είναι καταναλωτική από τη φύση της, γίνεται τέτοια όταν αδειάζει από νόημα.
Η ορθόδοξη χαρά δεν αγνοεί τον πόνο, ούτε την έλλειψη.
Αντιθέτως, τις διαπερνά.
Σε περιόδους φτώχειας, ασθένειας, αβεβαιότητας, η Ενσάρκωση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος: ο Θεός δεν έρχεται για τους αυτάρκεις, αλλά για τους κουρασμένους, τους φοβισμένους, τους πληγωμένους.
Αν τα Χριστούγεννα έχουν κάτι να μας πουν σήμερα στην Ελλάδα, είναι ακριβώς αυτό: ότι η ζωή, ακόμη και πληγωμένη, αξίζει να γιορτάζεται.
Όχι επειδή όλα πάνε καλά, αλλά επειδή το νόημα δεν εξαρτάται από την ευκολία.
Η γιορτή δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα.
Είναι τρόπος να την αντέξουμε και να την μεταμορφώσουμε.
Έτσι, όταν καθόμαστε στο τραπέζι, όταν ακούμε για πολλοστή φορά μια παλιά ιστορία, όταν κάτι μας εκνευρίζει μέσα στη γιορτινή περίοδο, δεν χρειάζεται να κλεινόμαστε.
Μπορούμε, και ίσως οφείλουμε, να κάνουμε «χαρμόσυνο θόρυβο».
Όχι επιδεικτικά, αλλά αληθινά.
Ως υπενθύμιση ότι η χαρά δεν είναι πολυτέλεια, αλλά πράξη πίστης.
Τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνια δεν είναι απλώς ημερομηνίες.
Είναι πρόσκληση.
Να θυμηθούμε ότι ο κόσμος έχει νόημα.
Και ότι αυτό το νόημα αξίζει να το γιορτάζουμε.
Όχι μόνο αυτές τις μέρες, αλλά κάθε μέρα.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί του Κυριάκου Μητσοτάκη;
Η μοναξιά του φιλελευθερισμού στην εποχή των άκρων
Η Ελλάδα από το Grexit στο Eurogroup
Το Ισραήλ πολλοί εμίσησαν, τα όπλα του, όμως, όχι...
Ερνέστος Τσίλλερ, ο μεγάλος αρχιτέκτων που πέθανε πάμπτωχος
Μήπως φθάνουμε στο τέλος του ελεύθερου κόσμου;
Στο μυαλό ενός «αντισυστημικού»
Μπορεί η Ουκρανία να γλιτώσει από μιαν άδικη «ειρήνη»;
Η τραγωδία των Τεμπών και η πολιτική της εκμετάλλευση
Ο φθόνος στην πολιτική είναι το πραγματικά μεγάλο όπλο του λαϊκισμού
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...