Ο Πεσσόα δεν τσαλάκωσε ούτε μια φορά το παντελόνι του και φρόντιζε επιμελώς το μουστάκι του. Κυνηγούσε, καθ' όλη τη διάρκεια του βίου του, το χαμένο νόημα, τα χαμένα του χρόνια, ιδιότυπες χίμαιρες, αποφεύγοντας, ωστόσο, να αναμετρηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον πιο πραγματικό εαυτό του. Η πραγματική πραγματικότητα υπήρξε ο πιο συντριπτικός του φόβος.
Ο Πεσσόα μιλάει σαν παιδί. Κάνει μεγάλους περιπάτους στα στενά της Λισαβόνας, καπνίζει, συχνάζει σε μπιστρό και πίνει, πίνει ατελείωτα, διαβάζει τις εφημερίδες. Δεν οδηγεί. Φοβάται πολύ, την ίδια στιγμή που είναι ατρόμητος. Προτιμάει να χαζεύει στους δρόμους. Παρατηρεί τον κόσμο, τα όμορφα κορίτσια, τις γυναίκες, τους άνδρες ναυάγια, τον ουρανό. Έχει ένα μικρό μπλοκάκι και κρατάει σημειώσεις. Ακούει τα πάντα. Η ψυχή του είναι καθαρή και πολύχρωμη, σαν μεθυσμένο απόγευμα μετά από διαδήλωση. Ένα πρώιμο καλοκαιρινό αεράκι στο ηλιοβασίλεμα.
Τα μάτια του σκηνοθετούν την πόλη. Είναι μεγάλος ποιητής αλλά δεν το ξέρει, είναι μεγάλος εραστής, αλλά ούτε αυτό το ξέρει, γιατί αποφάσισε να στενέψει την ύπαρξή του, μερικώς συνειδητά, μερικώς ασυνείδητα, κινούμενος από διαισθήσεις και ένστικτα αυτοπροστασίας, μετατρέποντάς τη σε κάτι ήπιο και ρομαντικό, διακλαδίζοντας και τεμαχίζοντάς τη σε δεκάδες εαυτούς, κλωβούς του ανικανοποίητου και ανολοκλήρωτου, από τους οποίους ποτέ δεν βγήκε, ως το τέλος της ζωής του. Άπασα η ύπαρξή του υπερχείλιζε από ανασφάλειες, απαλές ήττες και σκληρές παραδοχές.
Θα χαϊδευθεί μόνο με τη μυρωδιά της λουσμένης κόμης της Οφέλια Κεϊρός, η οποία είναι δεκαεννέα ετών όταν τον ερωτεύεται και μαζί του ερωτεύεται και τα δεκάδες ετερώνυμά του: τον Α.Α. Κρος, τον Ρικάρντο Ρέις και τον Άλβαρο ντε Κάμπος, δηλώνοντας συγχρόνως, από την αρχή, την επιθυμία της να τον παντρευτεί και να του δοθεί απόλυτα, σε εκείνον, φυσικά, αλλά και σε όλα τα ετερώνυμά του.
Θα κινηθεί άπειρες μοναχικές βραδιές, ιδιότυπα ερωμένος, μέσα και λίγο έξω από τη ζωή του, μέσα και ποτέ έξω από τη γραφή του, στις παρυφές μιας αχαλίνωτης νεότητας, άρα αθωότητας, ώσπου θα διαλυθεί από το ποτό, διάλυση η οποία επέφερε και τον οριστικό του θάνατο στις 30 Νοεμβρίου του 1935.
Κι όμως, αυτός έγραψε τον ομολογητικότερα ανδρειωμένο στίχο που σημειώθηκε ποτέ στην οικουμενική ιστορία της ποίησης, αυτοπραγματώνοντας τελικά το πέρασμά του από αυτή τη γη, παράλληλα με το πεπρωμένο του:
Με σημαδεύουν οι πληγές από
όλες τις μάχες που απέφυγα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ποιες συμβουλές έδινε ο Νίκος Γκάτσος στον Μάνο Χατζηδάκι
Οι τέσσερις κύριοι κανόνες της μεθόδου του Καρτέσιου
Η ξύλινη σκάλα και το Πάσχα των Ελλήνων του Γιώργου Θέμελη
Όσκαρ Ουάιλντ: Εκεί που γίνονται όλες οι αμαρτίες του κόσμου
Ανρί Μπεργκσόν: Τα μαθηματικά μας βοηθούν να προσλάβουμε λογικά τον κόσμο
Μια βόλτα στον Κήπο του Επίκουρου, παρέα με τον Ανατόλ Φρανς
Άννα Συνοδινού, η ηθοποιός που έσκαβε βαθιά στα κείμενα της αρχαίας τραγωδίας
Ίρβιν Γιάλομ: Τα υλικά αγαθά είναι απατηλά
Χάνα Άρεντ: Με ένα λαό που δεν πιστεύει τίποτα, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις
Στέφαν Τσβάιχ, ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας του Μεσοπολέμου γράφει για τον Κόσμο του Χθες
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...